νυχτερινό δρομολόγιο

Επιτέλους, ανέβηκε. Μετά από τόση ώρα που περίμενε στην παγωνιά, ένιωσε τη θέρμη από τα σφαλιστά παράθυρα, τον κόσμο που ανάσαινε βαριά και το καλοριφέρ που δούλευε στο τέρμα να φέρνουν στο πρόσωπό της ένα γλυκό μούδιασμα. Είχε νυχτώσει από νωρίς και μια αχλύ κόπωσης είχε τυλίξει τα πάντα, όπως συμβαίνει συνήθως στο τέλος κάθε απλής χειμωνιάτικης μέρας. Οι άνθρωποι ντυμένοι μουντά, τα πρόσωπά τους χλωμά και στα θαμπά μάτια τους η βεβαιότητα πως ο χρόνος τους χαράζει με μια επίγνωση δίχως θαύματα, έλλειψη έκπληξης, στέρηση προσδοκίας. Έριξε το κέρμα στη σχισμή και περίμενε το εισιτήριο, καθώς προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπία στα απότομα φρεναρίσματα και ξεκινήματα του οδηγού που προστατευμένος στο γυάλινο κουβούκλιο έριχνε κλεφτές ματιές απ’ τον καθρέφτη στο κορίτσι περιμένοντας μήπως πλησιάσει στα μπροστινά καθίσματα. Όντως, πλησίασε. Του είπε απολογητικά πως το εκδοτικό μηχάνημα ήταν μάλλον χαλασμένο, κατάπιε τα χρήματα και το εισιτήριο δεν εμφανίστηκε όσες φορές κι αν πάτησε τα κουμπιά. Γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε. Το άρωμά της τον ζάλισε ευχάριστα και είδε πως τα χείλη της ήταν βαμμένα σ’ ένα βαθύ κερασί χρώμα. Χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να τα παρατηρήσει όλα αυτά και για να της απαντήσει χαμογελώντας πως δεν πείραζε, αν…

Read more

ειδάλλως

Χαρίζομαι στη μοναχικότητα. Τούτη η ανάγκη απλώνεται μέσα μου σαν την υγρασία της χειμωνιάτικης νύχτας. Θολώνει τις λάμπες των δρόμων, σκουραίνει το χώμα, νοτίζει τα βλέφαρα. Γλιστράω στην επαφή όπως τα νύχια των περιστεριών στα βρεγμένα πεζούλια. Χάνω την ισορροπία. Η επικοινωνία με ταλαιπωρεί, μου είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Να απαντώ στις ερωτήσεις. Να δίνω εξηγήσεις. Ποια είμαι και γιατί είμαι αυτή. Γιατί συνέβη αυτό και δε συνέβη το άλλο. Με τον εαυτό μου δεν μιλάμε για αυτονόητα. Απολαμβάνουμε τη βουή των αυτοκινήτων που κινούνται  αδιάκοπα στη λεωφόρο. Τις καμπάνες που φτάνουν στ’ αυτιά μας ξέπνοα. Κοιτάζουμε πέρα τα αεροπλάνα και στοιχηματίζουμε για τις διαδρομές, από πού  έρχονται και πού πηγαίνουν. Σχεδιάζουμε ταξίδια. Βάφουμε ένα έπιπλο στη σιωπή, τρώμε λαίμαργα τα μακαρόνια. Στεγνά πράγματα. Αυτά με τον κόσμο, εννοώ. Πληκτικές ιστορίες. Στερεότυπα αφυδατωμένα. Όχι, δεν θέλω να χάνω έτσι χρόνο. Μετρώ τις μοναχικές μου ώρες. Πολλές, όμορφες ώρες. Αχνίζει ο καφές, σκορπίζει το άρωμά του στα δωμάτια. Τον πίνω αμίλητη, σκεφτική, ονειροπόλα. Γράφω στην ησυχία. Διαβάζω και με παίρνει ο ύπνος στη μέση της σελίδας. Δεν βαριέμαι, καθόλου δεν βαριέμαι. Τους άλλους βαριέμαι. Το ότι δεν ξέρουν πως αυτό που βλέπουν, δεν είναι όλο αυτό που είμαι. Το ότι μ’…

Read more

κακές παρέες 3

Είχα αποφασίσει να μην το συζητήσω. Αλλά το μικρό κορίτσι που στεκόταν όρθιο δίπλα μου μπροστά στο νιπτήρα του μπάνιου και με κοιτούσε που ζωγράφιζα τα μάτια μου, είπε: – Μιλάω μόνη μου πολλές φορές. Γιατί έχω και τρεις φανταστικές φίλες. Περίμενα με λαχτάρα να ακούσω. – Με τη μία μάλωσα προχθές και της φώναξα « πάψε!» – Γιατί μαλώσατε? – Γιατί μ’ έστειλε η μαμά μου να πάρω ένα κιλό κουλουράκια απ’ το φούρνο κι εκείνη σ’ όλο το δρόμο επέμενε να της δώσω το μισό. Της έλεγα όχι, δε γίνεται, μα το βιολί της. Ώσπου κάποια στιγμή θύμωσα τόσο πολύ που της αντιμίλησα. Νομίζω πως με άκουσαν κάποιοι και με κοίταξαν παράξενα. Αλλά δεν ήξεραν πως δεν ήμουν μόνη. Ένιωσα να απελευθερώνομαι. Είχα κι εγώ μια φανταστική φίλη όταν ήμουν μικρή. Την Παγώνα. Το παιδί ξαφνιάστηκε με το όνομα αλλά πιο πολύ απογοητεύτηκε που δεν είχε βαφτίσει τις δικές της φίλες. Πρέπει να τους δώσω κι εγώ ένα όνομα. Πού έμενε η Παγώνα? Έμενε ακριβώς απέναντι. Βγαίναμε στα μπαλκόνια και κουβεντιάζαμε. Ερχόταν και η αδερφή μου. Μας άκουγαν όλοι. Οι περαστικοί, οι γείτονες, τα χελιδόνια που έχτιζαν τις φωλιές τους πάνω απ’ τα κεφάλια μας, οι κεραμιδόγατοι. Δεν…

Read more

μαθήματα ισορροπίας

Περιορίζομαι στις πτήσεις εσωτερικού εναέριου χώρου. Στις μικροϋποθέσεις, στους ελάχιστους ανθρώπους που με ξέρουν άβαφη, στα λίγα τετραγωνικά του διαμερίσματός μου. Σαν τις κυκλοτερείς σούρες στις χειμωνιάτικες μπότες, περιστρέφομαι ξανά και ξανά γύρω απ’ το σώμα μου, τις σκέψεις μου, τα βήματά μου. Όλο και περισσότερο κονταίνει το ενδιαφέρον μου για κάθε τι ξένο. Να γυρίζω την πλάτη στα μεγάλα γεγονότα, τις σοβαρές ειδήσεις, τα πλατιά θέματα. Στέκομαι έξω, σε μια βεράντα, κοιτάζω τη λεωφόρο. Ο ήχος των αυτοκινήτων σχεδόν με νανουρίζει. Η κίνηση των τροχών φτάνει σε μένα ανώδυνα, δίχως να ξέρω την παραμικρή λεπτομέρεια, καμιά από τις προθέσεις, τον προορισμό, τις επιθυμίες ή τις έννοιες των ανθρώπων. Η επαναλαμβανόμενη ροή μιας απόμακρης ζωής είναι διακριτική συντροφιά εκεί που στέκομαι, μόνη, στην υγρή μου βεράντα. Ό, τι με ζυγώνει χωράει σ’ ένα τόσο δα κάδρο. Η οικογένεια, να βουτήξω τα πόδια μου στα κίτρινα φύλλα των βουνών, μια Κυριακή με ακριβούς φίλους, τα γραπτά μου. Είναι και τα βιβλία. Χαρίζω τη νύχτα μου στην αβάσταχτη πείνα του Χάμσουν, στον καταδικασμένο έρωτα της Κόυν για τον Ροτ, στους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες του Μπινμπίν, ενώ τόσες απτές πραγματικότητες πείνας, ερώτων, εγκλημάτων μου κλέβουν τη μέρα. Κάτι δεν αρκεί μάλλον. Όσο ξεχύνεται, τόσο…

Read more

κακές παρέες 2

Άλλο Παναγιώτα, άλλο Ζίτσα. Αν η πρώτη ήταν άγρια αγία, η δεύτερη ήταν ο διάβολος κανονικά. Ο διάβολος έμενε ένα μόλις στενό πίσω απ’ τον άγιο. Όσο κοντά βρίσκονται αυτοί οι δυο. Τόσο κοντά. Πάνω από το σπίτι της Ζίτσας, που ήταν πάνω απ’ το κρεοπωλείο του πατέρα της, κρέας απ’ το οποίο αν έτρωγες θα πέθαινες, υψωνόταν ένας όροφος ακόμη, ένα γιαπί, δίχως κουφώματα και δάπεδα, με τα διαχωριστικά μόνο και τις τρύπες από τα λογιών λογιών ανοίγματα, απ’ όπου ο αέρας έμπαινε ανεμπόδιστος, κυκλοφορούσε ελεύθερος, γυρόφερνε στα δωμάτια,  καθώς η υγρή μυρωδιά του φρέσκου τσιμέντου δρόσιζε τα καυτά μεσημέρια. Ξεπόρτιζα μασουλώντας ακόμα την τελευταία μπουκιά. Πού πας, εδώ κάτω απαντούσα κι έκλεινα πίσω μου την πόρτα, ούτε δεύτερη κουβέντα. Γιατί πήγαινα? Το φοβόμουν το κορίτσι αυτό. Με περνούσε στα χρόνια, δε θυμάμαι ακριβώς πόσα, αλλά μου επιβαλλόταν με μια γοητευτική ακαταμάχητη αυταρχικότητα του τύπου θα παίξουμε τώρα αυτό και ύστερα το άλλο, έλα εδώ, πήγαινε εκεί, θα κάνουμε αταξίες κάτω απ’ τη μύτη της γονικής αστυνομίας, μην κάνεις πίσω, δε σε παίρνει, τελεσίδικο. Μια μέρα πήρε στα χέρια ένα σκουπίδι, μια παραπεταμένη γόπα απ’ την άσφαλτο και αφού μου έδειξε πώς, ρουφώντας με γνώση, την σφήνωσε έπειτα ανάμεσα…

Read more

κακές παρέες

Θέλω να πω συμβαίνουν αυτά. Αν μεγαλώνεις σε μια μικρή επαρχία κάποια στιγμή θα σου τύχει. Θα βγεις απ’ την σκιερή ομπρέλα και θα κυκλοφορήσεις μόνη  παραέξω στο φως. Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει, ποτέ δεν υπήρξα περιορισμένη επί μακρόν στ’ αλήθεια, αλλά αδυνατώ να υποστώ κάθε είδους μάντρωμα, και το πιο γελοίο ακόμη, έστω κι αν πρόκειται για το γνωστό βραχιολάκι των ξενοδοχείων. Όχι, δεν υπήρξα περιορισμένη σοβαρά, παρότι ήθελαν να με περιορίσουν. Ακόμη κι όταν ήμουν μικρή, κοριτσάκι, μαθητριούλα, τότε που έπρεπε να ακούω τη μαμά μου και να φοβάμαι τον μπαμπά μου, πάλι θα έβρισκα τρόπο να κάνω λίγο και το δικό μου, γιατί δεν άντεχα το χαλινάρι, επαναστατούσε το μέσα μου, τρελαινόμουν. Πώς μου ‘ρθε τώρα η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας αγνοώ, αλλά με βρήκε αβίαστα κι απαλά, σαν το αεράκι μες στη νύχτα, που σαλεύει τα μαλλιά κι ανασηκώνει ανάλαφρα την φούστα. Ήρθε στο νου μου μια Παναγιώτα. Δε θυμάμαι από πού ξεφύτρωσε η συγκεκριμένη Παναγιώτα. Ποιος την επινόησε κι εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα κάτω από το σπίτι μου. Κανείς δε θα θυμάται. Είμαι σίγουρη πως όποιον κι αν βγω να ρωτήσω, θα μου πει το ίδιο απορημένα. Τι? Ιδέα δεν έχω, δεν ξέρω…

Read more

μικρό απόσπασμα

“… Φσσς…ένα σφύριγμα ξύπνησε τα τζιτζίκια μες στο καυτό μεσημέρι και σήκωσε απ’ το κρεβάτι τις γύρω περιέργειες που λαγοκοιμόντουσαν με μισόκλειστο βλέφαρο και μισάνοιχτο χείλι φυλώντας τσίλιες πίσω απ’ τις γρίλιες. Σήκωσα το κεφάλι απ’ το βιβλίο και τον είδα να στέκεται στο κάγκελο του μπαλκονιού του και να με κοιτάζει με δυο μαύρα ζωίσια μάτια και δυο ακόμη πιο ζωίσια μαύρα φρύδια. Ζωίσια ναι. Παραμερίζω τη φιλολογία. Την παραμερίζω εντελώς. Πολύ σμιχτά φρύδια. Πολύ σμιχτές λέξεις. Με κουτούλησαν οι σκέψεις πριν προλάβω να τις βάλω σε σειρά. Ζαλίστηκα. Μου ‘πεσε το βιβλίο απ’ τα χέρια. Θέλεις να μου προσφέρεις έναν καφέ, θεά της ομορφιάς? Το ψιθύρισε σχεδόν και δεν χαμογελούσε διόλου. Μέχρι να σηκωθώ, είχε ήδη φτάσει στη βεράντα. Λες και πήδηξε μια νηστική μαϊμού ανάμεσα στα δέντρα, να φτάσει γρήγορα στις ώριμες μπανάνες που κρέμονταν έτοιμες. Πότε επιτέλους θα κάνεις την επανάστασή σου? Με ρώτησε σαν να το μελετούσε ώρα και ξαφνιάστηκα, κόντεψα να χύσω πάνω του τον καφέ και να τον κάψω. Τι εννοείτε? Ο πληθυντικός μου έλειπε, αλλά μου βγήκε αυτόματα μέσα στην αγωνία μην προδώσω τον πόθο και την κραυγή για οικειότητα. Τα έκανα χειρότερα, φυσικά. Όταν οι άλλοι αντιλαμβάνονται πως αυτό που εκφράζεις…

Read more

ανοίγω τα χέρια

Αύριο θα ετοιμάσω βαλίτσες για να κατηφορίσω. Δεν ξέρω πού θα καταλήξω, αλλά το πρωί της Πέμπτης θα βγω στο μεγάλο δρόμο. Πίσω ο χειμώνας ήταν δύστροπος και κυνικός. Εκδικητικός, καλύτερα. Συνέβαιναν φανταστικά σενάρια, που όμως ξεπερνούσαν κατά πολύ τη φαντασία κι έτριβαν την πραγματικότητα στη μούρη, παγιώνοντας το τετελεσμένο. Ανάμεσα στα τόσα, δύο γεγονότα κυριολεκτικά με ξεπέρασαν. Δύο θάνατοι νέων γυναικών, που τις γνώριζα πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Η μία έφυγε από αρρώστια του σώματος, η άλλη από νόσο της ψυχής. Η πρώτη μην μπορώντας να κάνει κάτι για να αποτρέψει το τέλος, η δεύτερη σχεδιάζοντάς το με κάθε λεπτομέρεια και δίνοντάς το η ίδια μια επετειακή μέρα. Θα ‘θελα να μη θυμάμαι τίποτα απ’ όλα αυτά, να μην είχαν συμβεί ποτέ, να περιμένω με τα καινούργια πασχαλιάτικα παπούτσια αφόρετα στην είσοδο τις βόλτες και τα πρώτα παγωτά δίπλα στην ήρεμη θάλασσα. Όμως δε γίνεται. Όσο κι αν προσπαθώ να απωθήσω τα γεγονότα, τόσο αυτά σαν μάλλινες κουβέρτες, που τις πατίκωσες στην ντουλάπα διώχνοντας τη βαρυχειμωνιά, σπρώχνουν προς τα έξω με επιμονή τον όγκο τους και ξεκαπακώνουν θορυβωδώς τη θλίψη και τον πόνο. Τι κι αν περνάει ο χρόνος και στρώνει ξανά την άσφαλτο, αν οι εποχές εναλλάσσονται, αν…

Read more

τα ροκανίδια

Περπατούσε δίχως ομπρέλα κι είχε γίνει μούσκεμα. Ένα κίτρινο κατσαριδάκι αγκομαχούσε και μέχρι να περάσει, περίμενε με νευρικό τρέμουλο και στραβά μούτρα. – Άντε, κυρ Μέντιο, κουνήσου πια! Το σαράβαλο, που κούτσαινε σαν γέρικο γαϊδούρι στην άσφαλτο, της άδειασε χώρο κι αμέσως επιτάχυνε το βήμα. Ήταν κάτι μέρες ανισόρροπες που ξεκινούσαν με λιακάδα και κατέληγαν σε νεροποντή. Είχε τραβήξει ζόρι, η αλήθεια. Όχι για τον καιρό και τις κυκλοθυμίες του. Καμία σχέση. Αλλά να, δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τα συναισθήματα. Με το που μπήκε σπίτι χτύπησε τηλέφωνο. Η φωνή της τηλεφωνήτριας εφιαλτικός αντίλαλος που δεν ξεθύμαινε. Τα νεύρα της κουδούνισαν σαν περιλαίμια κατσίκας. –  Δε χρειάζομαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Μη μου ξανατηλεφωνήσετε. Άκουσε το απέναντι ακουστικό να κλείνει θιγμένα και τη συνομιλία να κόβεται απότομα πριν ολοκληρωθεί ο συνήθης χαιρετισμός που τερματίζει τα τυπικά τηλεφωνήματα. Έσυρε τα εξ αμάξης. Καταφχαριστήθηκε. Βρισίδι ίσον λύτρωση. Ό, τι σκουπίδια κουβαλάς, σηκώνεις την καρότσα και τα ρίχνεις έξω. Ό, τι σκατά μαζεύεις, τα πετάς στον ξένο βόθρο και καθαρίζεις το τοπίο. Απίστευτη ανακούφιση. Λίγο αργότερα έπινε τσάι στη σιωπή, όπου το μόνο που ακουγόταν ήταν η σταγόνα της ξεχαρβαλωμένης βρύσης στην κουζίνα. Ωστόσο, χτυπούσαν ακόμα τα μηνίγγια. Έκαιγαν τα πέλματα. Σιγόκαιγαν τα…

Read more

μπρος πίσω πίσω μπρος εδώ τώρα

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πιάσαμε Χριστούγεννα. Φτάσαμε στο ’17. Το σκέφτομαι και κάτι με πιάνει. Αλλά και τι με πιάνει? Τι ήθελα δηλαδή από τα περασμένα χρόνια? Τι λιμπίστηκα? Που έπαιρνα τη συμμαθήτριά μου στο τηλέφωνο, έμενε στον ίδιο δρόμο λίγο παρακάτω, αν έβγαινα στο μπαλκόνι και τη φώναζα καλύτερα θα συνεννοούμουν, η φωνή της ερχόταν απ’ το φεγγάρι θαρρείς, κάθε λίγο να καλώ το μηδέν και να μη βγαίνει άκρη? Ή να βλέπω τη μάνα μου μ’ εκείνες τις βάτες τις διαστημικές, την ασημένια σκιά στα βλέφαρα και το περλέ βερνίκι στα νύχια? Λες να μου λείπει η εξεταστική, που για να μπω στο δωμάτιο της αδερφής μου έπρεπε να περάσω από μια λίμνη χαρτούρας και για να της πω μια κουβέντα έπρεπε να είναι  μικρότερη από πέντε λέξεις και να μη διαρκεί περισσότερο από δέκα δεύτερα? Εγώ με την εξεταστική μου δεν είχα κάποιο πρόβλημα, δεν είχα πολλά πάρε δώσε. Μπορεί να είμαι μαζόχα και να θέλω να αναβιώσω την αγωνία του τι θα κάνω μόλις πάρω το πτυχίο, πού θα βρω δουλειά, πόσα θα βγάζω το μήνα, αν θα έχω τη θέση μου στην κοινωνία. Αποκλείεται να ισχύουν όλα αυτά. Αποκλείεται να ισχύουν. Τίποτα τέτοιο δε…

Read more