μαθήματα ισορροπίας

Περιορίζομαι στις πτήσεις εσωτερικού εναέριου χώρου. Στις μικροϋποθέσεις, στους ελάχιστους ανθρώπους που με ξέρουν άβαφη, στα λίγα τετραγωνικά του διαμερίσματός μου. Σαν τις κυκλοτερείς σούρες στις χειμωνιάτικες μπότες, περιστρέφομαι ξανά και ξανά γύρω απ’ το σώμα μου, τις σκέψεις μου, τα βήματά μου. Όλο και περισσότερο κονταίνει το ενδιαφέρον μου για κάθε τι ξένο. Να γυρίζω την πλάτη στα μεγάλα γεγονότα, τις σοβαρές ειδήσεις, τα πλατιά θέματα. Στέκομαι έξω, σε μια βεράντα, κοιτάζω τη λεωφόρο. Ο ήχος των αυτοκινήτων σχεδόν με νανουρίζει. Η κίνηση των τροχών φτάνει σε μένα ανώδυνα, δίχως να ξέρω την παραμικρή λεπτομέρεια, καμιά από τις προθέσεις, τον προορισμό, τις επιθυμίες ή τις έννοιες των ανθρώπων. Η επαναλαμβανόμενη ροή μιας απόμακρης ζωής είναι διακριτική συντροφιά εκεί που στέκομαι, μόνη, στην υγρή μου βεράντα. Ό, τι με ζυγώνει χωράει σ’ ένα τόσο δα κάδρο. Η οικογένεια, να βουτήξω τα πόδια μου στα κίτρινα φύλλα των βουνών, μια Κυριακή με ακριβούς φίλους, τα γραπτά μου. Είναι και τα βιβλία. Χαρίζω τη νύχτα μου στην αβάσταχτη πείνα του Χάμσουν, στον καταδικασμένο έρωτα της Κόυν για τον Ροτ, στους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες του Μπινμπίν, ενώ τόσες απτές πραγματικότητες πείνας, ερώτων, εγκλημάτων μου κλέβουν τη μέρα. Κάτι δεν αρκεί μάλλον. Όσο ξεχύνεται, τόσο…

Read more

κακές παρέες 2

Άλλο Παναγιώτα, άλλο Ζίτσα. Αν η πρώτη ήταν άγρια αγία, η δεύτερη ήταν ο διάβολος κανονικά. Ο διάβολος έμενε ένα μόλις στενό πίσω απ’ τον άγιο. Όσο κοντά βρίσκονται αυτοί οι δυο. Τόσο κοντά. Πάνω από το σπίτι της Ζίτσας, που ήταν πάνω απ’ το κρεοπωλείο του πατέρα της, κρέας απ’ το οποίο αν έτρωγες θα πέθαινες, υψωνόταν ένας όροφος ακόμη, ένα γιαπί, δίχως κουφώματα και δάπεδα, με τα διαχωριστικά μόνο και τις τρύπες από τα λογιών λογιών ανοίγματα, απ’ όπου ο αέρας έμπαινε ανεμπόδιστος, κυκλοφορούσε ελεύθερος, γυρόφερνε στα δωμάτια,  καθώς η υγρή μυρωδιά του φρέσκου τσιμέντου δρόσιζε τα καυτά μεσημέρια. Ξεπόρτιζα μασουλώντας ακόμα την τελευταία μπουκιά. Πού πας, εδώ κάτω απαντούσα κι έκλεινα πίσω μου την πόρτα, ούτε δεύτερη κουβέντα. Γιατί πήγαινα? Το φοβόμουν το κορίτσι αυτό. Με περνούσε στα χρόνια, δε θυμάμαι ακριβώς πόσα, αλλά μου επιβαλλόταν με μια γοητευτική ακαταμάχητη αυταρχικότητα του τύπου θα παίξουμε τώρα αυτό και ύστερα το άλλο, έλα εδώ, πήγαινε εκεί, θα κάνουμε αταξίες κάτω απ’ τη μύτη της γονικής αστυνομίας, μην κάνεις πίσω, δε σε παίρνει, τελεσίδικο. Μια μέρα πήρε στα χέρια ένα σκουπίδι, μια παραπεταμένη γόπα απ’ την άσφαλτο και αφού μου έδειξε πώς, ρουφώντας με γνώση, την σφήνωσε έπειτα ανάμεσα…

Read more

κακές παρέες

Θέλω να πω συμβαίνουν αυτά. Αν μεγαλώνεις σε μια μικρή επαρχία κάποια στιγμή θα σου τύχει. Θα βγεις απ’ την σκιερή ομπρέλα και θα κυκλοφορήσεις μόνη  παραέξω στο φως. Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει, ποτέ δεν υπήρξα περιορισμένη επί μακρόν στ’ αλήθεια, αλλά αδυνατώ να υποστώ κάθε είδους μάντρωμα, και το πιο γελοίο ακόμη, έστω κι αν πρόκειται για το γνωστό βραχιολάκι των ξενοδοχείων. Όχι, δεν υπήρξα περιορισμένη σοβαρά, παρότι ήθελαν να με περιορίσουν. Ακόμη κι όταν ήμουν μικρή, κοριτσάκι, μαθητριούλα, τότε που έπρεπε να ακούω τη μαμά μου και να φοβάμαι τον μπαμπά μου, πάλι θα έβρισκα τρόπο να κάνω λίγο και το δικό μου, γιατί δεν άντεχα το χαλινάρι, επαναστατούσε το μέσα μου, τρελαινόμουν. Πώς μου ‘ρθε τώρα η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας αγνοώ, αλλά με βρήκε αβίαστα κι απαλά, σαν το αεράκι μες στη νύχτα, που σαλεύει τα μαλλιά κι ανασηκώνει ανάλαφρα την φούστα. Ήρθε στο νου μου μια Παναγιώτα. Δε θυμάμαι από πού ξεφύτρωσε η συγκεκριμένη Παναγιώτα. Ποιος την επινόησε κι εμφανίστηκε ξαφνικά μια μέρα κάτω από το σπίτι μου. Κανείς δε θα θυμάται. Είμαι σίγουρη πως όποιον κι αν βγω να ρωτήσω, θα μου πει το ίδιο απορημένα. Τι? Ιδέα δεν έχω, δεν ξέρω…

Read more

μικρό απόσπασμα

«… Φσσς…ένα σφύριγμα ξύπνησε τα τζιτζίκια μες στο καυτό μεσημέρι και σήκωσε απ’ το κρεβάτι τις γύρω περιέργειες που λαγοκοιμόντουσαν με μισόκλειστο βλέφαρο και μισάνοιχτο χείλι φυλώντας τσίλιες πίσω απ’ τις γρίλιες. Σήκωσα το κεφάλι απ’ το βιβλίο και τον είδα να στέκεται στο κάγκελο του μπαλκονιού του και να με κοιτάζει με δυο μαύρα ζωίσια μάτια και δυο ακόμη πιο ζωίσια μαύρα φρύδια. Ζωίσια ναι. Παραμερίζω τη φιλολογία. Την παραμερίζω εντελώς. Πολύ σμιχτά φρύδια. Πολύ σμιχτές λέξεις. Με κουτούλησαν οι σκέψεις πριν προλάβω να τις βάλω σε σειρά. Ζαλίστηκα. Μου ‘πεσε το βιβλίο απ’ τα χέρια. Θέλεις να μου προσφέρεις έναν καφέ, θεά της ομορφιάς? Το ψιθύρισε σχεδόν και δεν χαμογελούσε διόλου. Μέχρι να σηκωθώ, είχε ήδη φτάσει στη βεράντα. Λες και πήδηξε μια νηστική μαϊμού ανάμεσα στα δέντρα, να φτάσει γρήγορα στις ώριμες μπανάνες που κρέμονταν έτοιμες. Πότε επιτέλους θα κάνεις την επανάστασή σου? Με ρώτησε σαν να το μελετούσε ώρα και ξαφνιάστηκα, κόντεψα να χύσω πάνω του τον καφέ και να τον κάψω. Τι εννοείτε? Ο πληθυντικός μου έλειπε, αλλά μου βγήκε αυτόματα μέσα στην αγωνία μην προδώσω τον πόθο και την κραυγή για οικειότητα. Τα έκανα χειρότερα, φυσικά. Όταν οι άλλοι αντιλαμβάνονται πως αυτό που εκφράζεις…

Read more

ανοίγω τα χέρια

Αύριο θα ετοιμάσω βαλίτσες για να κατηφορίσω. Δεν ξέρω πού θα καταλήξω, αλλά το πρωί της Πέμπτης θα βγω στο μεγάλο δρόμο. Πίσω ο χειμώνας ήταν δύστροπος και κυνικός. Εκδικητικός, καλύτερα. Συνέβαιναν φανταστικά σενάρια, που όμως ξεπερνούσαν κατά πολύ τη φαντασία κι έτριβαν την πραγματικότητα στη μούρη, παγιώνοντας το τετελεσμένο. Ανάμεσα στα τόσα, δύο γεγονότα κυριολεκτικά με ξεπέρασαν. Δύο θάνατοι νέων γυναικών, που τις γνώριζα πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Η μία έφυγε από αρρώστια του σώματος, η άλλη από νόσο της ψυχής. Η πρώτη μην μπορώντας να κάνει κάτι για να αποτρέψει το τέλος, η δεύτερη σχεδιάζοντάς το με κάθε λεπτομέρεια και δίνοντάς το η ίδια μια επετειακή μέρα. Θα ‘θελα να μη θυμάμαι τίποτα απ’ όλα αυτά, να μην είχαν συμβεί ποτέ, να περιμένω με τα καινούργια πασχαλιάτικα παπούτσια αφόρετα στην είσοδο τις βόλτες και τα πρώτα παγωτά δίπλα στην ήρεμη θάλασσα. Όμως δε γίνεται. Όσο κι αν προσπαθώ να απωθήσω τα γεγονότα, τόσο αυτά σαν μάλλινες κουβέρτες, που τις πατίκωσες στην ντουλάπα διώχνοντας τη βαρυχειμωνιά, σπρώχνουν προς τα έξω με επιμονή τον όγκο τους και ξεκαπακώνουν θορυβωδώς τη θλίψη και τον πόνο. Τι κι αν περνάει ο χρόνος και στρώνει ξανά την άσφαλτο, αν οι εποχές εναλλάσσονται, αν…

Read more

τα ροκανίδια

Περπατούσε δίχως ομπρέλα κι είχε γίνει μούσκεμα. Ένα κίτρινο κατσαριδάκι αγκομαχούσε και μέχρι να περάσει, περίμενε με νευρικό τρέμουλο και στραβά μούτρα. – Άντε, κυρ Μέντιο, κουνήσου πια! Το σαράβαλο, που κούτσαινε σαν γέρικο γαϊδούρι στην άσφαλτο, της άδειασε χώρο κι αμέσως επιτάχυνε το βήμα. Ήταν κάτι μέρες ανισόρροπες που ξεκινούσαν με λιακάδα και κατέληγαν σε νεροποντή. Είχε τραβήξει ζόρι, η αλήθεια. Όχι για τον καιρό και τις κυκλοθυμίες του. Καμία σχέση. Αλλά να, δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τα συναισθήματα. Με το που μπήκε σπίτι χτύπησε τηλέφωνο. Η φωνή της τηλεφωνήτριας εφιαλτικός αντίλαλος που δεν ξεθύμαινε. Τα νεύρα της κουδούνισαν σαν περιλαίμια κατσίκας. –  Δε χρειάζομαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Μη μου ξανατηλεφωνήσετε. Άκουσε το απέναντι ακουστικό να κλείνει θιγμένα και τη συνομιλία να κόβεται απότομα πριν ολοκληρωθεί ο συνήθης χαιρετισμός που τερματίζει τα τυπικά τηλεφωνήματα. Έσυρε τα εξ αμάξης. Καταφχαριστήθηκε. Βρισίδι ίσον λύτρωση. Ό, τι σκουπίδια κουβαλάς, σηκώνεις την καρότσα και τα ρίχνεις έξω. Ό, τι σκατά μαζεύεις, τα πετάς στον ξένο βόθρο και καθαρίζεις το τοπίο. Απίστευτη ανακούφιση. Λίγο αργότερα έπινε τσάι στη σιωπή, όπου το μόνο που ακουγόταν ήταν η σταγόνα της ξεχαρβαλωμένης βρύσης στην κουζίνα. Ωστόσο, χτυπούσαν ακόμα τα μηνίγγια. Έκαιγαν τα πέλματα. Σιγόκαιγαν τα…

Read more

μπρος πίσω πίσω μπρος εδώ τώρα

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πιάσαμε Χριστούγεννα. Φτάσαμε στο ’17. Το σκέφτομαι και κάτι με πιάνει. Αλλά και τι με πιάνει? Τι ήθελα δηλαδή από τα περασμένα χρόνια? Τι λιμπίστηκα? Που έπαιρνα τη συμμαθήτριά μου στο τηλέφωνο, έμενε στον ίδιο δρόμο λίγο παρακάτω, αν έβγαινα στο μπαλκόνι και τη φώναζα καλύτερα θα συνεννοούμουν, η φωνή της ερχόταν απ’ το φεγγάρι θαρρείς, κάθε λίγο να καλώ το μηδέν και να μη βγαίνει άκρη? Ή να βλέπω τη μάνα μου μ’ εκείνες τις βάτες τις διαστημικές, την ασημένια σκιά στα βλέφαρα και το περλέ βερνίκι στα νύχια? Λες να μου λείπει η εξεταστική, που για να μπω στο δωμάτιο της αδερφής μου έπρεπε να περάσω από μια λίμνη χαρτούρας και για να της πω μια κουβέντα έπρεπε να είναι  μικρότερη από πέντε λέξεις και να μη διαρκεί περισσότερο από δέκα δεύτερα? Εγώ με την εξεταστική μου δεν είχα κάποιο πρόβλημα, δεν είχα πολλά πάρε δώσε. Μπορεί να είμαι μαζόχα και να θέλω να αναβιώσω την αγωνία του τι θα κάνω μόλις πάρω το πτυχίο, πού θα βρω δουλειά, πόσα θα βγάζω το μήνα, αν θα έχω τη θέση μου στην κοινωνία. Αποκλείεται να ισχύουν όλα αυτά. Αποκλείεται να ισχύουν. Τίποτα τέτοιο δε…

Read more

καθένας το δικό του

Τα στολισμένα διαμερίσματα απέναντι είναι παγίδα. Λαμπάκια παντού. Μέσα έξω. Αναβοσβήνουν εναλλάξ. Δίνουν εντύπωση πως στους καναπέδες αράζουν ήρεμοι άνθρωποι με τα προβλήματα λυμένα, τα πόδια απλωμένα στο τραπεζάκι, η τηλεόραση να παίζει χαρούμενα προγράμματα, στο φούρνο να σιγοψήνεται τάρτα μαρμελάδα, μια γάτα να περιφέρεται νωχελικά από δωμάτιο σε δωμάτιο κι αν το τηλέφωνο χτυπήσει θα είναι μόνο για καλό. Εδώ είναι διαφορετικά τα πράγματα. Δε με χωράει ο τόπος. Το μάρμαρο γυμνό και άστρωτο, τα βιβλία το ένα πάνω στο άλλο στα ράφια, στο πάτωμα σ’ ετοιμόρροπους πύργους χίλια δυο πράγματα, το τραπέζι βρόμικο και άδειο, σκόνη παντού. Ψάχνω ταξίδι, να φύγω. Το Εδιμβούργο φαντάζει παραμυθένια περίπτωση. Το Βερολίνο επιβλητικό και γιορτινό. Η Κοπεγχάγη ιδανικός προορισμός. Θα μπορούσα να κοιτάξω και κάτι πιο εξωτικό ενδεχομένως, τη Νέα Υόρκη της ερήμου, ας πούμε, Ντουμπάι κοινώς. Άσε, για πουθενά δεν είμαι. Θα κάτσω να βράσω στο ζουμί μου. Είναι η κλασική απόφαση που παίρνω κάθε χρόνο τέτοιον καιρό. Δεν μου πάει το στήσιμο εμένα. Θα κάνω ό, τι μου καπνίσει. Τελευταία στιγμή? Τελευταία. Ας ξυπνήσω πρώτα τον παρηγορητή μέσα μου κι ύστερα ετοιμάζω βαλίτσες στο φτερό. Αλήθεια, που πήγε αυτός ο χαμένος? Για τον παρηγορητή μου λέω. Καιρό έχω να τον…

Read more

θα τη βρω

Κάνω ό, τι μπορώ. Να εκτελέσω σωστά την άσκηση, να πετύχω το φαγητό, να ντύνομαι με γούστο. Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τι να γράψω και πώς, πού θα πάει αυτή η υπόθεση, ποια είναι η καλύτερη ιδέα. Το βράδυ θέλω να ‘χω δίπλα μου για εικόνισμα πριν κοιμηθώ έναν καλό βαθμό για τις επιδόσεις της ημέρας. Αρχίζει ο απολογισμός. Με όσα καταπιάστηκα, δεν τα πήγα κι άσχημα. Σύμφωνοι, αλλά ας προσπαθούσα λίγο παραπάνω. Αναρωτιέμαι πώς θα ‘ταν ένα εικοσιτετράωρο δίχως την παραμικρή αγωνία. Το άγχος για την κατάταξη, την επιβράβευση, τη βαθμολογία, το χρονόμετρο, τη σύγκριση, την επιβεβαίωση, τη στοχοθεσία. Ψαχουλεύω μια χάντρα ελεύθερης ζωής. Σε μια εκδρομή του τριημέρου στο βουνό, στον καφέ της Κυριακής το ηλιόλουστο πρωινό, σ’ έναν μοναχικό περίπατο γύρω απ’ το τετράγωνο. Μα δεν τη βρίσκω. Ονειρεύομαι τη στιγμή που μετακομίζω σ’ ένα σπίτι με μεγάλα παράθυρα κι έναν ορίζοντα τόσο μακρινό, σε σημείο που σμίγει η θάλασσα με τον ουρανό, εκεί που χάνεται το μάτι σου. Ελάχιστα έπιπλα ή έπιπλα αρκετά μα με τεράστια απόσταση το ένα απ’ το άλλο. Αναζητώ ανάσες ανάμεσα στις αναπνοές, διαστήματα στις συναναστροφές, κόμματα στις προτάσεις, χώρους μέσα στους χώρους. Θέλω να τεμπελιάσω με την ησυχία μου. Να πάψει να…

Read more

στην απέναντι πλευρά, στην άκρη του δρόμου

Μ’ αρέσουν αυτά τα μαγαζιά με τα πολύχρωμα πράγματα. Εκεί που βρίσκεις κάθε τι, από καλάθι του πικ νικ, μέχρι δοχείο για το λάδι, μικρή καφετιέρα του εσπρέσο, χαλιά, ποτήρια, πιάτα, πόμολα. Για οικογένειες γεμάτες αγάπη και με τη μόνη έννοια πώς θα περάσουν την Κυριακή, αν θα καλέσουν φίλους για μπάρμπεκιου ή αν θα κάνουν θεματικό πάρτι γενεθλίων. Μια ευτυχισμένη ζωή διαρκείας που δεν υπάρχει, αλλά την ονειρεύεται ο καθένας. Περνάω συχνά έξω από τέτοια καταστήματα, υπάρχουν πολλά, ξεφυτρώνουν κάθε τόσο, φαίνεται όλο και περισσότεροι θέλουμε  αυτοσκηνοθεσία και πόζα. Τέλος πάντων, συνήθως μπαίνω μέσα να χαζέψω λίγο, κάτι να πάρω, καμιά γυάλινη βουτυριέρα, εντελώς περιττή, ή μια ακόμα πετσέτα κουζίνας. Μα τώρα προσπέρασα με μια αδιαφορία που παραξένεψε κι εμένα την ίδια. Απίθανο να καταφέρει κάτι να με συνεπάρει σήμερα. Συνήθως με πείθουν όλα τούτα. Με σέρνουν απ’ τη μύτη κανονικά. Τα καινούργια ρούχα στις κούκλες των καταστημάτων, καπέλα φορεμένα σε κεφάλια δίχως πρόσωπα, κοσμήματα, τσάντες,  παπούτσια. Αναρωτιέμαι τι τα θέλω. Ντουλάπες και συρτάρια γεμάτα, τόσο, που πια έχω ξεχάσει τι βρίσκεται εκεί μέσα, δεν κάνω καν τον κόπο να ψάξω, νομίζω πως είναι πιο εύκολο να επιστρέψω σπίτι με μια νέα σακούλα. Πιο εύκολο. Ναι, είναι πιο εύκολο…

Read more