ο ψαράς

Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μ’ έκανε να μην θέλω να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι όμως σηκώθηκα. Βγήκα σαστισμένη. Άυπνη, με πονοκέφαλο, με βήμα που δεν αποφασίζει πού να πάει, σε τι να εστιάσει, πώς να διαχειριστεί τις αμηχανίες, τις αγωνίες και την κόπωση της νύχτας που δεν μου χάρισε όνειρα λήθης ανακουφιστικής, αλλά μόνο μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι. Το σκοτάδι που δεν έχει φύση σταθερή, που συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, που κρατάει ατελείωτα όταν μένω ξάγρυπνη, μα όταν κοιμάμαι καταργεί μυστηριωδώς την διάρκεια και τον χρόνο. Δεν είχα τι να φάω. Τα ντουλάπια άδεια. Στο ψυγείο δυο ληγμένα αβγά κι ένα μπουκάλι κέτσαπ για ένα μπέργκερ άφαντο εδώ και μέρες. Φυτρωμένες πατάτες στη βεράντα. Ούτε ψωμί, ούτε τυρί, ούτε έστω λίγο γάλα να παρηγορηθώ σαν το μικρό παιδί στην αγκαλιά της μάνας. Η μάνα έφυγε στην εξοχή, οπότε δίχως μάνα, δίχως γάλα, δίχως αγκαλιά. Βγήκα για να μην πεθάνω της πείνας. Είδα την ομορφιά προσώπων ξέγνοιαστων, την δύναμη της αισιοδοξίας στο βάδισμα των τυχερών, την νικηφόρα πορεία των δεδομένων, την απαλλαγή από τον τρόμο των ανατροπών που σ’ αφήνουν ξεκρέμαστο. Αλλά οι άνθρωποι που συναντάς στους ίδιους δρόμους είναι τέτοιοι είναι κι αλλιώτικοι. Είναι ελπιδοφόροι, είναι απελπισμένοι, καλοβαλμένοι, κακοβαλμένοι, αξιοπρόσεκτοι…

Read more

σε μια σελίδα

Μεγάλη Τετάρτη ξεκίνησα την ημέρα ταπεινά μαθαίνοντας για την κουζίνα των μοναστηριών ένεκα των ημερών, μαζεύοντας και συγυρίζοντας ένα χαμό από αφημένα πράγματα εδώ κι εκεί και τα κατάφερνα καλά, παρότι ένα πλυντήριο ήταν ήδη από χθες έτοιμο για άπλωμα. Οι φήμες περί αφρικανικής σκόνης με αποθάρρυναν, έτσι το άφησα και προτίμησα να τεμπελιάσω στον καναπέ αφού προηγουμένως φούρνισα ένα ταψί για το μεσημεριανό και περίμενα. Εν πάση περιπτώσει το φαγητό αργούσε ή ίσως πεινούσα πάρα πολύ κι αφού μασούλησα λίγη μαύρη σοκολάτα στο φτερό, πήρα στα χέρια μου ένα περιοδικό να ξεφυλλίσω καμιά στιλιστική ανατροπή από ‘κείνες που όσο κι αν τις θαυμάζεις στο καθιστικό,  μόλις τις επιχειρήσεις στο δρόμο το λιγότερο που θα σου καταλογίσουν είναι συναισθηματική ανισορροπία και σύγχυση εν κρανίω. Σπάνια στ’ αλήθεια νοιάστηκα για το πώς θα ερμηνεύσουν τα ενδυματολογικά μου ρίσκα που είναι αρκετά, αλλά για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα να είναι περισσότερα και δεσμεύομαι εκλογές που έρχονται, όπως όλοι σκοτώνονται να δεσμευτούν για κάτι έτσι κι εγώ, πως θα το επιχειρήσω. Αυτό όμως που μεταξύ άλλων περισσότερο με προβληματίζει είναι πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν σήμερα ακόμη κάποιοι που επικρίνουν μια τέτοιου είδους ακίνδυνη και συγκινητική διακήρυξη ελευθερίας. Αλλά ίσως να μην…

Read more

πόστερ και λοιπά

Έπεσα πάνω σε μια σκέψη με μεγάλα μαύρα γράμματα πάνω που έψαχνα να αγοράσω ένα πόστερ γι’ αυτό το άντρο αναρχίας, εδώ που βρίσκεται ένα γραφείο μικρών διαστάσεων και βιβλία μισοαρχινισμένα, κείμενα με μητρότητα χωρίς στοργή, στυλό δίχως τα καπάκια τους και λειψά ζευγάρια σκουλαρίκια. Don’t grow up It’s a trap Κι από δίπλα μια ωραία λογική τιμή και ετοιμοπαράδοτο σε πέντε εργάσιμες. Σκέφτηκα να είναι αυτό το δεύτερο πράγμα που θα βλέπω μόλις ξυπνάω το πρωί, αμέσως μετά το Like all great Travellers I Have seen More than I Remember And Remember More than I Have seen. Αυτό που είχα δει στον πλαϊνό τοίχο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ, να καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια, να φτάνει ως τον ουρανό και να γεμίζει τα μάτια μου και την καρδιά μου με ταυτίσεις και όνειρα και να κουμπώνει στην ψυχή μου την ανάστατη σαν το καπάκι που ασφαλίζει το βάζο με τη φρεσκοβρασμένη μαρμελάδα. Όλα τα γλυκά νοήματα φυλάχτηκαν μέσα στη φράση αυτή κι αποφάσισα να την εντάξω για πάντα στο σπίτι μου. Στην κρεβατοκάμαρα λοιπόν αυτό. Στο γραφείο – μπουντουάρ – κέντρο ψυχοθεραπείας το άλλο. Don’t grow up It’s a trap Σκέφτομαι πως πρόκειται για μεγάλη παγίδα η ωρίμανση γι’ αυτό…

Read more

Οκτώβρης στα δύο

Ξύπνησα χαρακωμένη από εφιάλτη μες στη νύχτα. Κι αμέσως θυμήθηκα πως το πρόσωπο που είδα στον ύπνο μου ήταν μια βαθιά αγάπη κι ένας δεσμός αίματος που σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ξαφνικά με τον χειρότερο τρόπο. Μετά κατάλαβα πως είμαι μόνη και πως δεν είναι δίπλα μου κανείς να μ’ αγκαλιάσει σφιχτά πάνω στον τρόμο του ονείρου που ήταν όμως μια αμετανόητη πραγματικότητα που μου ‘χε σημαδέψει την ψυχή εδώ και χρόνια. Οι θάνατοι όλοι ένας ένας πέρασαν απ’ το σκοτάδι της κάμαρας και μετά ήρθαν και στάθηκαν αμετακίνητες με τη σειρά οι ετοιμοθάνατες σχέσεις με τον εαυτό μου και τους άλλους. Ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν είχα κουράγιο να τις αντιμετωπίσω εκείνη την ανταριασμένη ώρα. Το ξημέρωμα πια κατάλαβα πως δεν θα ξεχνιόταν έτσι εύκολα το θέμα. Σκέφτομαι σήμερα εκείνους που σβήστηκαν απ’ το μυαλό μου σε μια μόλις στιγμή, που ενώ τους άφησα να με επηρεάσουν τόσο έντονα, χτίσαμε κόσμους ολόκληρους μαζί, με την ίδια ένταση έγινα απολύτως αδιάφορη στο πέρασμά τους και δε σημαίνουν πια τίποτα για μένα. Σκέφτομαι και τους άλλους που δεκαετίες έχω να τους δω, δεν έχω ξανακούσει τη φωνή τους, έχουν κρυφτεί στην απέναντι πλευρά της γης ή σε μιαν άκρη…

Read more

νυχτερίδα

  Απεφάνθησαν πως πρόκειται για μια ευλογημένη στιγμή και τη βάφτισαν κενό επιθυμίας. Σ’ αυτή λοιπόν την ευλογημένη στιγμή, σ’ αυτό το κενό επιθυμίας, πίνεις ένα στυφό κρασί και κοιτάζεις αμίλητος τους λόφους. Είναι κάπως μακρόσυρτη αυτή η στιγμή. Ατέλειωτη και βασανιστική και αβάσταχτο να σηκώνεις στους ώμους σου το αδειανό της βάρος. Μετά τη δική τους δήλωση όμως, έχω κι εγώ κάτι να δηλώσω. Ας γινότανε να ξαναρχίσεις. Από το δευτερόλεπτο που αντίκρισες το πρόσωπο της μάνας σου, ας μπορούσες από τότε να. Είναι κάπως αδύνατο το ξέρω. Αλλά λέω τι σκέφτομαι και άφησέ με να το πω τώρα που είσαι ευάλωτος, έχεις ζαλιστεί και χάνεσαι καθώς κοιτάζεις δίχως σκοπό τους λόφους. Πιο πολύ θα βοηθούσε αν δεν καθόσουν και με κοίταζες, αλλά αν έλεγες μια λέξη, ας πούμε, τι θα κάνεις. Πάλι δε θα το ‘κανες, αλλά ας το ‘λεγες εσύ, κάτι θα ήταν μες στη σιωπή, κάτι θα ήταν. Τι μοναξιά. Να πρέπει να λύσεις μόνος σου το πρόβλημα. Να πρέπει να συνεχίσεις από κει που βρίσκεσαι, αφού δε γίνεται να γυρίσεις πίσω. Και τώρα το παλιοκενό. Μίλησες και ξαναμίλησες για τα κενά. Τι άλλο να κάνεις; Νόμιζες πως τα ξεφορτώθηκες. Πίστεψες ότι γλίτωσες. Ότι έκανες τη…

Read more



το ύφασμα

Κάποιοι έχουν την εντύπωση πως είσαι έτοιμος να ξεπουληθείς με την πρώτη ευκαιρία στα παζάρια. Να κρεμαστείς στους αυτοσχέδιους γάντζους από σίδερο, να σε πηγαινοφέρνει ο άνεμος, να γίνεις κοινό εμπόρευμα του τέλους εποχής. Θαρρούν πως είναι απλό και εύκολο. Υπόθεση στιγμής. Όσο να αναποδογυρίσει στον πάγκο ένα καλάθι ρούχα. Σε ρίχνουν κακό μακό στη σούμα με τ’ απομεινάρια. Θέλουν ν’ αφεθείς δίχως αντίρρηση στο σκόντο του πονηρού πραματευτή. Άλλο χέρι να σε τραβάει από δω, άλλο από κει. Άλλο θα το σκεφτεί λίγο αν του χρειάζεσαι, θα αποφασίσει ναι, μετά θα αλλάξει γνώμη για να σ’ αφήσει κουλουριασμένο πίσω. Κάποιος ενίοτε επιθυμεί να σε βάλει στη σακούλα για μια τιμή κιλού ανάλογη μ’ ένα τσίτι. Κι επειδή θέλουν να σε χειρίζονται, αναρωτιούνται επίμονα τι κρύβεις άραγε πίσω απ’ το στεγανό ύφασμά σου. Πίσω απ’ το αδιάβροχο υλικό, το αδιαφανές, αυτό με τα σημάδια, τις τσάκες, τις στραβές ραφές και τα χίλια δυο τραβήγματα, το άχρωμο πανί από κύτταρα, αυτό που καλύπτει μ’ επιτυχία την καρδιά και που δεν την ακούν δίχως προσπάθεια, παρά μονάχα αν πλησιάσουν μ’ ελεύθερο αυτί κι αφουγκραστούν τους χτύπους. Σκοντάφτω τέτοιους καιρούς σε κάτι πανέρια με εκπτώσεις ζωής μεγάλης ευκαιρίας. Διακρίνω απ’ το σωρό πλεχτούς…

Read more

κακές παρέες 4

Κι-κί-τσα. Τρεις συλλαβές τρικέφαλος. Παίζαμε λάστιχο, κέρδιζε. Παίζαμε μήλα, κέρδιζε. Παίζαμε τζαμί, κέρδιζε. Παίζαμε κρυφτό, κέρδιζε. Παίζαμε με τα αγόρια, όχι, εκεί κέρδιζα εγώ. Τέλος πάντων κι αυτή κι ο αδερφός της ήταν λες και είχαν βγει απ’ την κοιλιά της μάνας τους έτοιμοι για τους ολυμπιακούς. Κάθε απόγευμα είχαμε θρίαμβο. Σκαρφάλωνε στα δέντρα. Έτρεχε και οι σόλες απ’ τα σπορτέξ της πετούσαν σπίθες. Στο άψε σβήσε είχε κάνει σπαγκάτο, κατακόρυφο, τούμπες στον αέρα, προχωρούσε με τα χέρια, στηριζόταν στις μύτες, πηδούσε από τις στέγες, και όλα αυτά με την πιο αυτονόητη άνεση, δίχως να ιδρώσει δαχτυλάκι. Σε λίγο θα ‘βγαζε φτερά. Τα νεύρα μου. Διέθετε  αυτό που λένε σωματική ευφυΐα. Η φτιαξιά της ήταν σπάνια.  Όπως ένα νέγρικο κορμί αγοριού, τόσο σφιχτό, εξωπραγματικά σκληρό, που μέχρι και σκύλος να το δάγκωνε, θα του ‘πεφταν τα δόντια. Αεράτη, αεράτη, ηλιοκαμένη και τραγανή, με μια αλογοουρά μαύρη και γυαλιστερή μέχρι τον ποπό, κατέβαινε με το κολατσιό στο χέρι, λες και πήγαινε να χτενίσει κάνα λιοντάρι στη σαβάνα, να το ταΐσει απ’ το ψωμί της ή να του χαϊδέψει τη μουσούδα σαν να ‘ναι γάτα. Εμείς ούτε σαύρα δεν τρομάζαμε δίχως να το κάνουμε θέμα. Οι γλουτοί της ήταν δυο σιδερένιες σφαίρες,…

Read more

το τρυπάνι

Ήταν ανήμερα Χριστούγεννα, όταν ήρθε μια απόρριψη για ένα κείμενο μου από ένα εκ των πολλών κουλτουριάρικων ηλεκτρονικών περιοδικών της μοδός. Η ένταση πασπαλισμένη παντού είχε γαρνίρει μέχρι και τους κουραμπιέδες, οργή με σιρόπι φαρμάκι στα μελομακάρονα και στο σπίτι απ’ το πρωί καβγάς και φασαρία. «Με σφάξατε με το γάντι, κύριε, αλλά δε θα αιματοκυλήσω, γιατί διαφωνώ 100% με τη γνώμη σας». Αυτό ήθελα να του γράψω, αλλά πάλι ως συνήθως, έγραψα κάτι άλλο ευγενικό και πολιτισμένο, ως ένδειξη ανωτερότητας και τακτ. Μετά την ψυχρολουσία της φράσης «έχω επιφυλάξεις, το κείμενό σας, γέρνει προς την αισθηματική λογοτεχνία, συγγνώμη αν σας στενοχωρώ, αλλά δεν μπορώ να πω ψέματα», μπήκα στο σάιτ του περιοδικού να δω τι στο διάβολο αναρτά. Πέφτω πάνω σε δυο χριστουγεννιάτικα γιορτινά και αισιόδοξα κειμενάκια, το πρώτο για έναν Άγιο Βασίλη παιδόφιλο που του σηκωνόταν με το που ανέβαιναν στα πόδια του τα παιδάκια να του χαϊδέψουν τη γενειάδα ή του ζουπήξουν την κοιλιά και το άλλο για έναν δολοφόνο με κάλο στον εγκέφαλο, αμερικάνικες νύχτες με φώτα νέον στους έρημους δρόμους, κυνηγητά, πιστολίδια, γαμωσταυρίδια και λοιπά. Εντάξει, σκέφτηκα, μπροστά σ’ αυτό το σκληρό ροκ, το δικό μου κείμενο είναι πονηρό παραμύθι για κοριτσάκια που αυνανίζονται στο…

Read more