μπισκότα με κανέλα

Όταν ένας άνδρας φοράει καλοσιδερωμένο πουκάμισο πάει να πει πως μια μητέρα ξυπνάει από νωρίς να του ετοιμάσει πρωινό έχοντας την ψευδαίσθηση πως είναι ακόμη νέα και ο γιος της ένα παιδί που θα πάρει τη σάκα του και θα φύγει για το σχολείο. Ίσως πάλι να σημαίνει πως μια γυναίκα του χαρίζει κάθε μέρα ένα ζεστό φαγητό κι ένα γλυκό χαμόγελο. Μπορεί να είναι τέλεια εκπαιδευμένος στο σιδέρωμα ή απλώς να εμπιστεύεται ένα καλό στεγνοκαθαριστήριο και τίποτ’ άλλο. Μια ντάνα πουκάμισα με περίμενε να αποδείξω πως είμαι η δεύτερη εκδοχή, ακόμη και τώρα που είναι ανώφελο να φοράς σιδερωμένα ρούχα, όταν δεν έχεις κάπου ωραία να πας, όταν όλα μοιάζουν όντως με μια στοίβα από μπερδεμένα πανιά, αφημένα και ξεχασμένα. Άφησα στη μέση το σίδερο γιατί πήγα να ανοίξω την πόρτα. Ήταν η μητέρα μου που ήρθε να φέρει μπισκότα κανέλας, από ‘κείνη την κανέλα που κάνει τους ανθρώπους να κοιτάζονται βαθιά στα μάτια. Την κοίταξα βαθιά στα μάτια λοιπόν και της είπα για τη ζωή μου που είναι μια φοβισμένη ζωή, για τις επαναστάσεις που ήταν να γίνουν αλλά δεν έγιναν και για τα όπλα μου που ανήκουν πια σε άλλες εποχές και σκούριασαν να περιμένουν. Ας έβρισκα…

Read more

νυχτερινή κλήση

Περπατούσα δίχως μάσκα. Ένιωθα όπως όταν μπαίνει κανείς γυμνός στη θάλασσα. Εκείνη την ίδια ελευθερία. Το πρόσωπό μου κολυμπούσε στον βραδινό αέρα και ήμουν ανάλαφρη, όλα έμοιαζαν πιο απαλά, τα περιγράμματα από τις στέγες των σπιτιών, οι γραμμές των κτιρίων, οι ίδιες οι σκιές των δέντρων που διαγράφονταν αμυδρά, ξεχώριζαν διακριτικά, έτσι που νόμιζες πως είναι πλάσματα ζωντανά, μα στέκονται σιωπηλά και παρατηρούν όσα συμβαίνουν. Βγήκα στον δρόμο απαγορευμένη ώρα. Έτσι και με τσάκωναν την είχα βάψει πέραν πάσης αμφιβολίας. Δεν κρατούσα μαζί μου κάποιο αποδεικτικό που να λέει πηγαίνω στον γιατρό ή εργάζομαι, σκύλο δεν είχα και δεν επρόκειτο να αποκτήσω τα επόμενα λεπτά, οπότε τα πράγματα ήταν κομμάτι δύσκολα. Και πόσα λεπτά χρειαζόμουν, αλήθεια; Ήθελα τουλάχιστον μισή ώρα με γρήγορο περπάτημα, αλλά έτσι όπως πήγαινα με το πάσο μου, δεν έβλεπα να φτάνω σε λιγότερο από μία ώρα. Επιτάχυνα στη σκέψη πως θα καθυστερούσα. Ήμουν ντυμένη κάπως εξεζητημένα και σίγουρα δεν περνούσα απαρατήρητη μέσα στο λευκό παλτό, οι λουστρινένιες μπότες μου ήταν φανταχτερές, αλλά αυτό που δημιουργούσε το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν άλλο. Είχα βάψει τα χείλη μου με ένα κατακόκκινο κραγιόν και δεν υπήρχε περίπτωση να κρύψω μια τέτοια πρόκληση για καμία απαγόρευση στον κόσμο. Θα τον συναντούσα…

Read more

άλλη μια Παρασκευή

Αυτή η τσάντα με τα μουτζουρωμένα τετράδια, τις κακοβαθμολογημένες ασκήσεις, τα φθαρμένα βιβλία και τα κρυμμένα σημειώματα παραχωμένα σε κενά και σε τυφλές θήκες ανάμεσα σε μολύβια και στυλό ριγμένα έτσι που να γίνονται άφαντα, είναι προφανώς δική μου. Αφημένη δίπλα στην πόρτα, η πόρτα ανοιχτή κι εγώ φευγάτη ήδη. Το αγόρι με περιμένει, πρέπει να κάνω γρήγορα. Οι φίλες θέλουν να μου πουν ξανά τα μυστικά τους κι εγώ θα τις ακούσω με προσοχή. Η μητέρα μου γυρίζει από τα τελευταία ψώνια, ήμουν απογευματινή, μην την πετύχω στη διαδρομή μόνο, γιατί είναι μια γλυκιά Παρασκευή, θα ξεχάσουμε πως έχουμε διάβασμα, έχουμε μόνο ο ένας τον άλλον, η μία την άλλη, είμαστε παιδιά. Όχι, μην την πετύχω τώρα. Θα πάω από δω, μήπως εκείνη έρθει από κει. Τίποτα δεν γίνεται και όλο κάτι γίνεται. Τα γεγονότα είναι σοβαρά κι όμως ανάλαφρα. Ο κόσμος μας καταρρέει με το που θα περάσει από μπροστά μας εκείνος που θέλουμε να μας κοιτάξει κι όμως δεν μας ρίχνει ματιά. Έρχεται και μου μιλάει ο άλλος που μου είναι αδιάφορος. Γαμώτο! Όλα ανάποδα. Και τελικά δεν συναντώ στον δρόμο τη μητέρα μου, συναντώ τον πατέρα μου, με ρωτάει πού πηγαίνω φορτσάτη, αλλά βρίσκω μια δικαιολογία,…

Read more

βραδινό στο πάτωμα

Σκέφτομαι όλα αυτά που μας δένουν με τη ζωή, τα χρυσά και ασημένια σχοινιά που μας κρατάνε σφιχτά με τη χαρά και όλα εκείνα τα αστραφτερά μαχαίρια που πετάνε ελεύθερα και κόβουν στα δύο την απόγνωση τόσο θεαματικά, όταν φεύγουν μακριά, αναρωτιέμαι πού άραγε να πηγαίνουν. Ποιο είναι το φως που ξεχύνεται μέσα μας, από πού έρχεται, πώς στερεύει ξαφνικά και μας αφήνει πάλι στα σκοτεινά, μόνους, να παλεύουμε με τις κοφτερές πέτρες και τα πόδια γυμνά, διψασμένους και αφημένους στην παγωμένη κορφή του τίποτα, αυτού του τίποτα που προσευχόμαστε στα κρυφά να ξαναγίνει ελπίδα. Οι σκέψεις δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, ο Αύγουστος αναποδογυρίζει τα σύννεφα, όλο έρχεται μια δυνατή βροχή να με ξεπλύνει, να με δροσίσει από την καυτή διαδρομή της αναζήτησης κι όλο αναβάλλει το καθήκον της τεμπελιάζοντας στη γαλάζια αιώρα του ουρανού, γελάει, ξεκαρδίζεται και με προδίδει επανειλημμένα. Πρέπει να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Ήρθε η ώρα που φοβόμουν. Όχι πως είχα κάτι καλύτερο. Δεν λογαριάζω τα καλοκαίρια. Τα χάνω σαν τα κλεμμένα λεφτά, τα χαραμίζω σε μπιχλιμπίδια του λούνα παρκ, τα σκάω μπαλόνια στη σκοποβολή, τα τρώω σε παγωτά που μουδιάζουν τον φάρυγγα, τα σκορπίζω. Τα βιβλία που πήρα μαζί μου στη θάλασσα είναι…

Read more

ο ψαράς

Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μ’ έκανε να μην θέλω να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι όμως σηκώθηκα. Βγήκα σαστισμένη. Άυπνη, με πονοκέφαλο, με βήμα που δεν αποφασίζει πού να πάει, σε τι να εστιάσει, πώς να διαχειριστεί τις αμηχανίες, τις αγωνίες και την κόπωση της νύχτας που δεν μου χάρισε όνειρα λήθης ανακουφιστικής, αλλά μόνο μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι. Το σκοτάδι που δεν έχει φύση σταθερή, που συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, που κρατάει ατελείωτα όταν μένω ξάγρυπνη, μα όταν κοιμάμαι καταργεί μυστηριωδώς την διάρκεια και τον χρόνο. Δεν είχα τι να φάω. Τα ντουλάπια άδεια. Στο ψυγείο δυο ληγμένα αβγά κι ένα μπουκάλι κέτσαπ για ένα μπέργκερ άφαντο εδώ και μέρες. Φυτρωμένες πατάτες στη βεράντα. Ούτε ψωμί, ούτε τυρί, ούτε έστω λίγο γάλα να παρηγορηθώ σαν το μικρό παιδί στην αγκαλιά της μάνας. Η μάνα έφυγε στην εξοχή, οπότε δίχως μάνα, δίχως γάλα, δίχως αγκαλιά. Βγήκα για να μην πεθάνω της πείνας. Είδα την ομορφιά προσώπων ξέγνοιαστων, την δύναμη της αισιοδοξίας στο βάδισμα των τυχερών, την νικηφόρα πορεία των δεδομένων, την απαλλαγή από τον τρόμο των ανατροπών που σ’ αφήνουν ξεκρέμαστο. Αλλά οι άνθρωποι που συναντάς στους ίδιους δρόμους είναι τέτοιοι είναι κι αλλιώτικοι. Είναι ελπιδοφόροι, είναι απελπισμένοι, καλοβαλμένοι, κακοβαλμένοι, αξιοπρόσεκτοι…

Read more

σε μια σελίδα

Μεγάλη Τετάρτη ξεκίνησα την ημέρα ταπεινά μαθαίνοντας για την κουζίνα των μοναστηριών ένεκα των ημερών, μαζεύοντας και συγυρίζοντας ένα χαμό από αφημένα πράγματα εδώ κι εκεί και τα κατάφερνα καλά, παρότι ένα πλυντήριο ήταν ήδη από χθες έτοιμο για άπλωμα. Οι φήμες περί αφρικανικής σκόνης με αποθάρρυναν, έτσι το άφησα και προτίμησα να τεμπελιάσω στον καναπέ αφού προηγουμένως φούρνισα ένα ταψί για το μεσημεριανό και περίμενα. Εν πάση περιπτώσει το φαγητό αργούσε ή ίσως πεινούσα πάρα πολύ κι αφού μασούλησα λίγη μαύρη σοκολάτα στο φτερό, πήρα στα χέρια μου ένα περιοδικό να ξεφυλλίσω καμιά στιλιστική ανατροπή από ‘κείνες που όσο κι αν τις θαυμάζεις στο καθιστικό,  μόλις τις επιχειρήσεις στο δρόμο το λιγότερο που θα σου καταλογίσουν είναι συναισθηματική ανισορροπία και σύγχυση εν κρανίω. Σπάνια στ’ αλήθεια νοιάστηκα για το πώς θα ερμηνεύσουν τα ενδυματολογικά μου ρίσκα που είναι αρκετά, αλλά για να είμαι ειλικρινής θα ήθελα να είναι περισσότερα και δεσμεύομαι εκλογές που έρχονται, όπως όλοι σκοτώνονται να δεσμευτούν για κάτι έτσι κι εγώ, πως θα το επιχειρήσω. Αυτό όμως που μεταξύ άλλων περισσότερο με προβληματίζει είναι πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν σήμερα ακόμη κάποιοι που επικρίνουν μια τέτοιου είδους ακίνδυνη και συγκινητική διακήρυξη ελευθερίας. Αλλά ίσως να μην…

Read more

πόστερ και λοιπά

Έπεσα πάνω σε μια σκέψη με μεγάλα μαύρα γράμματα πάνω που έψαχνα να αγοράσω ένα πόστερ γι’ αυτό το άντρο αναρχίας, εδώ που βρίσκεται ένα γραφείο μικρών διαστάσεων και βιβλία μισοαρχινισμένα, κείμενα με μητρότητα χωρίς στοργή, στυλό δίχως τα καπάκια τους και λειψά ζευγάρια σκουλαρίκια. Don’t grow up It’s a trap Κι από δίπλα μια ωραία λογική τιμή και ετοιμοπαράδοτο σε πέντε εργάσιμες. Σκέφτηκα να είναι αυτό το δεύτερο πράγμα που θα βλέπω μόλις ξυπνάω το πρωί, αμέσως μετά το Like all great Travellers I Have seen More than I Remember And Remember More than I Have seen. Αυτό που είχα δει στον πλαϊνό τοίχο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ, να καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια, να φτάνει ως τον ουρανό και να γεμίζει τα μάτια μου και την καρδιά μου με ταυτίσεις και όνειρα και να κουμπώνει στην ψυχή μου την ανάστατη σαν το καπάκι που ασφαλίζει το βάζο με τη φρεσκοβρασμένη μαρμελάδα. Όλα τα γλυκά νοήματα φυλάχτηκαν μέσα στη φράση αυτή κι αποφάσισα να την εντάξω για πάντα στο σπίτι μου. Στην κρεβατοκάμαρα λοιπόν αυτό. Στο γραφείο – μπουντουάρ – κέντρο ψυχοθεραπείας το άλλο. Don’t grow up It’s a trap Σκέφτομαι πως πρόκειται για μεγάλη παγίδα η ωρίμανση γι’ αυτό…

Read more

Οκτώβρης στα δύο

Ξύπνησα χαρακωμένη από εφιάλτη μες στη νύχτα. Κι αμέσως θυμήθηκα πως το πρόσωπο που είδα στον ύπνο μου ήταν μια βαθιά αγάπη κι ένας δεσμός αίματος που σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ξαφνικά με τον χειρότερο τρόπο. Μετά κατάλαβα πως είμαι μόνη και πως δεν είναι δίπλα μου κανείς να μ’ αγκαλιάσει σφιχτά πάνω στον τρόμο του ονείρου που ήταν όμως μια αμετανόητη πραγματικότητα που μου ‘χε σημαδέψει την ψυχή εδώ και χρόνια. Οι θάνατοι όλοι ένας ένας πέρασαν απ’ το σκοτάδι της κάμαρας και μετά ήρθαν και στάθηκαν αμετακίνητες με τη σειρά οι ετοιμοθάνατες σχέσεις με τον εαυτό μου και τους άλλους. Ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν είχα κουράγιο να τις αντιμετωπίσω εκείνη την ανταριασμένη ώρα. Το ξημέρωμα πια κατάλαβα πως δεν θα ξεχνιόταν έτσι εύκολα το θέμα. Σκέφτομαι σήμερα εκείνους που σβήστηκαν απ’ το μυαλό μου σε μια μόλις στιγμή, που ενώ τους άφησα να με επηρεάσουν τόσο έντονα, χτίσαμε κόσμους ολόκληρους μαζί, με την ίδια ένταση έγινα απολύτως αδιάφορη στο πέρασμά τους και δε σημαίνουν πια τίποτα για μένα. Σκέφτομαι και τους άλλους που δεκαετίες έχω να τους δω, δεν έχω ξανακούσει τη φωνή τους, έχουν κρυφτεί στην απέναντι πλευρά της γης ή σε μιαν άκρη…

Read more

νυχτερίδα

  Απεφάνθησαν πως πρόκειται για μια ευλογημένη στιγμή και τη βάφτισαν κενό επιθυμίας. Σ’ αυτή λοιπόν την ευλογημένη στιγμή, σ’ αυτό το κενό επιθυμίας, πίνεις ένα στυφό κρασί και κοιτάζεις αμίλητος τους λόφους. Είναι κάπως μακρόσυρτη αυτή η στιγμή. Ατέλειωτη και βασανιστική και αβάσταχτο να σηκώνεις στους ώμους σου το αδειανό της βάρος. Μετά τη δική τους δήλωση όμως, έχω κι εγώ κάτι να δηλώσω. Ας γινότανε να ξαναρχίσεις. Από το δευτερόλεπτο που αντίκρισες το πρόσωπο της μάνας σου, ας μπορούσες από τότε να. Είναι κάπως αδύνατο το ξέρω. Αλλά λέω τι σκέφτομαι και άφησέ με να το πω τώρα που είσαι ευάλωτος, έχεις ζαλιστεί και χάνεσαι καθώς κοιτάζεις δίχως σκοπό τους λόφους. Πιο πολύ θα βοηθούσε αν δεν καθόσουν και με κοίταζες, αλλά αν έλεγες μια λέξη, ας πούμε, τι θα κάνεις. Πάλι δε θα το ‘κανες, αλλά ας το ‘λεγες εσύ, κάτι θα ήταν μες στη σιωπή, κάτι θα ήταν. Τι μοναξιά. Να πρέπει να λύσεις μόνος σου το πρόβλημα. Να πρέπει να συνεχίσεις από κει που βρίσκεσαι, αφού δε γίνεται να γυρίσεις πίσω. Και τώρα το παλιοκενό. Μίλησες και ξαναμίλησες για τα κενά. Τι άλλο να κάνεις; Νόμιζες πως τα ξεφορτώθηκες. Πίστεψες ότι γλίτωσες. Ότι έκανες τη…

Read more