μαθήματα ισορροπίας

Περιορίζομαι στις πτήσεις εσωτερικού εναέριου χώρου. Στις μικροϋποθέσεις, στους ελάχιστους ανθρώπους που με ξέρουν άβαφη, στα λίγα τετραγωνικά του διαμερίσματός μου. Σαν τις κυκλοτερείς σούρες στις χειμωνιάτικες μπότες, περιστρέφομαι ξανά και ξανά γύρω απ’ το σώμα μου, τις σκέψεις μου, τα βήματά μου. Όλο και περισσότερο κονταίνει το ενδιαφέρον μου για κάθε τι ξένο. Να γυρίζω την πλάτη στα μεγάλα γεγονότα, τις σοβαρές ειδήσεις, τα πλατιά θέματα. Στέκομαι έξω, σε μια βεράντα, κοιτάζω τη λεωφόρο. Ο ήχος των αυτοκινήτων σχεδόν με νανουρίζει. Η κίνηση των τροχών φτάνει σε μένα ανώδυνα, δίχως να ξέρω την παραμικρή λεπτομέρεια, καμιά από τις προθέσεις, τον προορισμό, τις επιθυμίες ή τις έννοιες των ανθρώπων. Η επαναλαμβανόμενη ροή μιας απόμακρης ζωής είναι διακριτική συντροφιά εκεί που στέκομαι, μόνη, στην υγρή μου βεράντα.

Ό, τι με ζυγώνει χωράει σ’ ένα τόσο δα κάδρο. Η οικογένεια, να βουτήξω τα πόδια μου στα κίτρινα φύλλα των βουνών, μια Κυριακή με ακριβούς φίλους, τα γραπτά μου. Είναι και τα βιβλία. Χαρίζω τη νύχτα μου στην αβάσταχτη πείνα του Χάμσουν, στον καταδικασμένο έρωτα της Κόυν για τον Ροτ, στους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες του Μπινμπίν, ενώ τόσες απτές πραγματικότητες πείνας, ερώτων, εγκλημάτων μου κλέβουν τη μέρα.

Κάτι δεν αρκεί μάλλον. Όσο ξεχύνεται, τόσο αραιώνει. Όσο μου επιβάλλεται άτεχνα, τόσο με σπρώχνει στην έντεχνη αφήγηση των πραγμάτων. Όσο διεκδικεί την προσοχή μου, άλλο τόσο την χάνει. Δεν είναι εσωστρέφεια. Μόνο κραυγή ελευθερίας. Νιώθω να εγκλωβίζομαι στην πληροφορία, στην ακατάπαυστη διαδοχή, στην εξωτερική πλοκή, σ’ ένα σενάριο κακοπαιγμένο.

Σκορπίζομαι στην πολυκοσμία, όπως όταν περιπλανιέμαι στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές άγνωστων πόλεων ή όταν από μακριά φευγαλέα τις προσπερνάω και πίσω απ’ τα μυριάδες φώτα, στριμωγμένοι μικρόκοσμοι μου δίνουν τη βεβαιότητα πως έτσι είμαι κι εγώ, ασήμαντη, αμελητέα μορφή, ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας πίσω απ’ το παράθυρο, ένα αυτοκίνητο στα τόσα της λεωφόρου. Τρομάζω. Αν ζούσα σ’ ένα μικρό χωριό, απ’ αυτά που το μάτι σου φτάνει από την πρώτη αυλή ως την τελευταία? Πουθενά σκιά. Όπου κι αν στέκομαι, θα φαίνομαι. Θα περπατώ και θα νιαουρίζουν οι γάτες, θα γαβγίζουν οι σκύλοι, θα ξυπνούν τα κοκόρια. Φοβάμαι πως σε μια μικρή κοινότητα οι άνθρωποι είναι λίγοι και τους συμβαίνουν πολλά. Δεν μπορούν να προφυλαχθούν απ’ το οξύ ράμφος της μοίρας. Ξεχωρίζουν στην ανοιχτωσιά, σαν απροστάτευτα πελαργόπουλα στη φωλιά, η φωνή τους χαστουκίζει τις χαράδρες, ξαπλώνει στους κάμπους, γίνεται στόχος. Να ζεις μαζί με τόσους άλλους σου δίνει την αφελή ψευδαίσθηση πως μπορείς να μπερδέψεις τα γραμμένα. Να κρυφτείς μια χαρά, να χαθείς πίσω απ’ τους όγκους των πολυκατοικιών, στην αστική βουή, ανάμεσα στο πλήθος. Αυτό το ίδιο πλήθος που σε κάνει να θες τελικά να περικλείσεις τη ζωή σου σ’ ένα μικρό, τόσο δα, κάδρο.

Όχι, εδώ είναι καλά. Κάτω απ’ το γείσο του μπαλκονιού, ακούω τις ψιχάλες της βροχής, μυρίζω το νοτισμένο χώμα. Είμαι ένας λαμπτήρας γι’ αυτόν που διανύει στα γρήγορα τη λεωφόρο. Κι όταν βρεθώ στη λεωφόρο, θα είμαι μια διακριτική συντροφιά για κάποιον που καπνίζει νωχελικά, μόνος και σκεφτικός, στην υγρή του βεράντα.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.