κάτι απ’ τον Αντώνη

 

Δε συνηθίζω να φιλοξενώ κείμενα άλλων. Όμως ο φίλος μου ο Αντώνης έγραψε κάτι που όταν το διάβασα σκέφτηκα πως θέλω να το μοιραστώ και να του δώσω το βήμα μου. Ο Αντώνης είναι ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω. Η φωνή του τερμάτισε τη σιωπή μου. Γράψε, μου είπε, ξεκίνα μ’ ένα blog, γράψε. Γράψε!  Κάποια στιγμή τον άκουσα. Κι ακόμα γράφω. Αντώνη μου, σ’ ευχαριστώ. Απολαμβάνω τη γραφή σου, είσαι αστείρευτος, ταλαντούχος, μαγικός. Go on!

 

«Μικρός έμπαινα κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού. Χωρούσα. Όταν λέω μικρός, εννοώ μικρός. Θα ‘μουν δε θα ‘μουν δύο χρονών. Γι’ αυτό εξάλλου χωρούσα. Μέχρι μια ηλικία χωράς παντού, μετά από μια ηλικία δεν χωράς πουθενά.
Αυτή η εικόνα, να χώνομαι κάτω από το τραπέζι, στην πραγματικότητα δεν είναι δική μου ανάμνηση. Πώς άλλωστε; Δεν γίνεται νομίζω να θυμάται κανείς κάτι από μια τόσο μικρή ηλικία – τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ. Οι γονείς μου όμως και τα αδέρφια μου, τόσο πολύ διασκέδαζαν με αυτά μου τα καμώματα, που για πολλά χρόνια μετά φρόντιζαν να τα αφηγούνται, σε μένα και σε άλλους (ναι και σε άλλους – ο διασυρμός μου γινόταν τέλειος). Κι έτσι, αφήγηση στην αφήγηση, κατασκευάστηκε πια μια ανάμνηση, κι εγώ συνήθισα να λέω πως είναι δική μου. Τόσο, που μπορώ τώρα να λέω: θυμάμαι.

Θυμάμαι λοιπόν τον μπαμπά και τη μαμά να βλέπουν τηλεόραση, το καινούργιο μας απόκτημα, την ασπρόμαυρη γκρούντιχ. Ο αδερφός μου και η αδερφή μου χαμένοι κάπου μέσα: Διάβαζαν; Τηλεφωνούσαν; Δεν ξέρω. Εγώ πάντως μάλλον βαριόμουνα και μάλλον μου την έδινε που κανείς δεν ασχολιόταν μαζί μου. Έμπαινα λοιπόν κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού μας, τραβούσα και λίγο το τραπεζομάντηλο να κάνω ότι κρύβομαι, έπαιρνα κι ένα κουτάλι που λίγο πριν το είχα βουτήξει από την κουζίνα, και την κατάλληλη στιγμή έκανα τη θριαμβευτική μου έξοδο. Με το κουτάλι στο χέρι σαν μικρόφωνο, με το άλλο χέρι στον αέρα σαν λαϊκός βάρδος ή σαν μαέστρος, με εκφραστικότατες γκριμάτσες πάθους και υπερπροσπάθειας να ζωγραφίζονται στην παιδική μου φάτσα, τραγουδούσα:
«Είπα στον κόκορά μου…»
που μέσα στην ασχημάτιστη ακόμα άρθρωσή μου ακουγόταν κάπως σαν «είπα τον κόκοά μου».

https://www.youtube.com/watch?v=DxHpS_srmh8

Έμαθα προχτές ότι έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Αντωνιάδης. Διάβασα γι’ αυτόν ότι στη δεκαετία του 60 ήταν η ψυχή του θρυλικού συγκροτήματος «Strangers», πασίγνωστου στην εποχή του. Τρυφερές μελωδίες, ιδιαίτερη φωνή, αξέχαστες επιτυχίες… Για μένα όμως, που δεν έζησα εκείνη την εποχή, ο Νίκος Αντωνιάδης ήταν ο τραγουδιστής του κόκοά μου, του πρώτου μου ίσως μουσικού κολλήματος, του πρώτου μου προσωπικού σουξέ.

Τι θέλεις και φωνάζεις;
Μήπως ξυπνάει κανείς;

Μπα, μάλλον κανείς δεν πρόκειται να ξυπνήσει. Μονάχα ίσως οι αναμνήσεις: Ξυπνάνε απότομα, πετάγονται τρομαγμένες από το κρεβάτι που έχεις μέσα στο κεφάλι σου, ανακάθονται ασθμαίνοντας στο στρώμα, κι αρχίζουν να σου περιγράφουν τ’ όνειρο που είδαν, χωρίς να σε ρωτήσουν, χωρίς καν να έχουν πιει έναν καφέ. Κι εσύ κάθεσαι υπομονετικά – τι να κάνεις; – κι ακούς το όνειρο της ανάμνησης, ή την ανάμνηση του ονείρου. Και σου έρχονται όλες οι εικόνες. Και δεν έχει πια καμιά σημασία αν οι αναμνήσεις αυτές είναι πραγματικά δικές σου ή αν στις έφτιαξε άλλος και σου τις χάρισε.
Το θέμα είναι ότι έρχονται. Και ξεχειλίζουν.»

Ερμηνευτής : ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ Μουσικη : ΜΑΝΟΣ ΛΟΙΖΟΣ Στίχοι :ΤΣΙΜΠΟΥΡΛΙΑΝΟΥ Ν.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.