νυχτερινή κλήση

Περπατούσα δίχως μάσκα. Ένιωθα όπως όταν μπαίνει κανείς γυμνός στη θάλασσα. Εκείνη την ίδια ελευθερία. Το πρόσωπό μου κολυμπούσε στον βραδινό αέρα και ήμουν ανάλαφρη, όλα έμοιαζαν πιο απαλά, τα περιγράμματα από τις στέγες των σπιτιών, οι γραμμές των κτιρίων, οι ίδιες οι σκιές των δέντρων που διαγράφονταν αμυδρά, ξεχώριζαν διακριτικά, έτσι που νόμιζες πως είναι πλάσματα ζωντανά, μα στέκονται σιωπηλά και παρατηρούν όσα συμβαίνουν.

Βγήκα στον δρόμο απαγορευμένη ώρα. Έτσι και με τσάκωναν την είχα βάψει πέραν πάσης αμφιβολίας. Δεν κρατούσα μαζί μου κάποιο αποδεικτικό που να λέει πηγαίνω στον γιατρό ή εργάζομαι, σκύλο δεν είχα και δεν επρόκειτο να αποκτήσω τα επόμενα λεπτά, οπότε τα πράγματα ήταν κομμάτι δύσκολα.

Και πόσα λεπτά χρειαζόμουν, αλήθεια; Ήθελα τουλάχιστον μισή ώρα με γρήγορο περπάτημα, αλλά έτσι όπως πήγαινα με το πάσο μου, δεν έβλεπα να φτάνω σε λιγότερο από μία ώρα. Επιτάχυνα στη σκέψη πως θα καθυστερούσα.

Ήμουν ντυμένη κάπως εξεζητημένα και σίγουρα δεν περνούσα απαρατήρητη μέσα στο λευκό παλτό, οι λουστρινένιες μπότες μου ήταν φανταχτερές, αλλά αυτό που δημιουργούσε το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν άλλο. Είχα βάψει τα χείλη μου με ένα κατακόκκινο κραγιόν και δεν υπήρχε περίπτωση να κρύψω μια τέτοια πρόκληση για καμία απαγόρευση στον κόσμο.

Θα τον συναντούσα σπίτι του και το σπίτι του ήταν κοντά στην πινακοθήκη και η πινακοθήκη ήταν κοντά στη θάλασσα και η θάλασσα ήταν μακριά ακόμα. Όμως θα πήγαινα. Το είχα αποφασίσει. Το ήθελα. Ήταν η πρώτη φορά που ήθελα κάτι τόσο.

Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα μου.

Έκανα την αδιάφορη. Δεν κοντοστάθηκα, δεν έστρεψα το πρόσωπό μου.

Κοιτούσα ευθεία, συνέχισα κανονικά τον δρόμο μου, όμως και το αυτοκίνητο συνέχισε μαζί μου.

Το παράθυρο ήταν διαρκώς κατεβασμένο, οι ρόδες πήγαιναν σχεδόν σημειωτόν, ο οδηγός με κοιτούσε επίμονα, μόνο κάθε λίγο γύριζε μπροστά για να κρατάει το όχημα σε ασφαλή πορεία.

Αντιλαμβανόμουν τις κινήσεις του με την περιφερειακή όραση, δεν τολμούσα να τον αντικρίσω, δεν ξέρω, τότε δεν ήθελα να το παραδεχτώ, αλλά μάλλον φοβόμουν.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, εγώ αποφάσιζα τον βηματισμό κι εκείνος ακολουθούσε υπάκουα τον ρυθμό μου.

Όλη αυτή την ώρα δεν συναντούσα άνθρωπο πουθενά, μόνο αδέσποτα περιφέρονταν άσκοπα ή ψάχνοντας για τροφή και τα μάτια τους είχαν την ίδια αγριεμένη όψη με τα μάτια όλων εκείνο τον καιρό, το ίδιο απόκοσμο βλέμμα.

Θολή νύχτα. Η υγρασία σχημάτιζε κάτω από κάθε λάμπα του δρόμου ένα τριγωνικό τούλι από φως που ξεθύμαινε σιγά σιγά, γινόταν εντελώς διάφανο, μέχρι που χανόταν.

Έβλεπα αυτά τα τριγωνικά πέπλα στη σειρά κι έρχονταν στο νου μου εικόνες από χειμωνιάτικα παραμύθια με απέραντους αγρούς και ποτάμια κρυστάλλινα, όμορφα δάση όπου τα ζώα έτρεχαν ελεύθερα, σπίτια χαμηλά με αχνισμένα παράθυρα από χνότα συνηθισμένων ανθρώπων. Παραμύθια που όσο αθώα φαίνονταν στην αρχή, κάτι έκρυβαν.

Κόντευα να φτάσω. Έστριψα αριστερά και βγήκα στην οδό που αναζητούσα.

Αριθμός 12. Γύρισα να κοιτάξω σε ποιο ύψος βρισκόμουν και διαπίστωσα πως ήμουν λίγα μόλις μέτρα μακριά από τον προορισμό μου.

Και να, σε λίγο στεκόμουν στο κατώφλι της εισόδου.

Εντόπισα το όνομα στο θυροτηλέφωνο. Το είδα καλά. Το είδα και το ξαναείδα. Αυτό ήταν. Ήμουν σίγουρη, δεν υπήρχε λάθος πουθενά, όλα σωστά. Τίποτε το παράξενο. Το δάχτυλό μου όμως δεν έλεγε να πατήσει το κουδούνι.

Σήκωσα το χέρι, το κατέβασα, έγινε κάμποσες φορές το ίδιο. Παρατηρούσα τα γράμματα, το ένα δίπλα στο άλλο, όμορφα, καθαρά, καλοσχηματισμένα, με ίσα κενά μεταξύ τους, νοικοκυρεμένα. Γράμματα σαφή, σίγουρα κι αυτά, να με περιμένουν.

Έσκυψα το κεφάλι, ρίγησα στην ψύχρα της προχωρημένης ώρας, ανασήκωσα τους ώμους, τους έσμιξα, βυθίστηκα μέσα τους, η αμφιβολία διαλυόταν όπως το λευκό σύννεφο της ανάσας στον παγωμένο αέρα.

Έκανα μεταβολή κι έφυγα.

Το αυτοκίνητο ήταν ακόμη εκεί, απέναντι, το βλέμμα του οδηγού σε μένα, τα μάτια του άνδρα στυλωμένα επάνω μου, απόλυτα, ανυποχώρητα, να με κυριεύουν. Πλησίασα, άνοιξα την πόρτα, μπήκα μέσα.

Κάθισα δίπλα του, κοίταξα το πρόσωπό μου στον πλαϊνό καθρέφτη για μια στιγμή, ήμουν εγώ, η ίδια γυναίκα που ξεκίνησε από το σπίτι της για να πάει κάπου, μα η πορεία της άλλαξε ξαφνικά, και να ‘μαι τώρα εδώ σε κάτι τελείως ξένο.

Ο άνδρας έβαλε μπρος τη μηχανή και το αυτοκίνητο ξεμάκρυνε ώσπου χάθηκε στο σκοτάδι.

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.