κακές παρέες 4

Κι-κί-τσα. Τρεις συλλαβές τρικέφαλος. Παίζαμε λάστιχο, κέρδιζε. Παίζαμε μήλα, κέρδιζε. Παίζαμε τζαμί, κέρδιζε. Παίζαμε κρυφτό, κέρδιζε. Παίζαμε με τα αγόρια, όχι, εκεί κέρδιζα εγώ. Τέλος πάντων κι αυτή κι ο αδερφός της ήταν λες και είχαν βγει απ’ την κοιλιά της μάνας τους έτοιμοι για τους ολυμπιακούς. Κάθε απόγευμα είχαμε θρίαμβο. Σκαρφάλωνε στα δέντρα. Έτρεχε και οι σόλες απ’ τα σπορτέξ της πετούσαν σπίθες. Στο άψε σβήσε είχε κάνει σπαγκάτο, κατακόρυφο, τούμπες στον αέρα, προχωρούσε με τα χέρια, στηριζόταν στις μύτες, πηδούσε από τις στέγες, και όλα αυτά με την πιο αυτονόητη άνεση, δίχως να ιδρώσει δαχτυλάκι. Σε λίγο θα ‘βγαζε φτερά. Τα νεύρα μου. Διέθετε  αυτό που λένε σωματική ευφυΐα. Η φτιαξιά της ήταν σπάνια.  Όπως ένα νέγρικο κορμί αγοριού, τόσο σφιχτό, εξωπραγματικά σκληρό, που μέχρι και σκύλος να το δάγκωνε, θα του ‘πεφταν τα δόντια. Αεράτη, αεράτη, ηλιοκαμένη και τραγανή, με μια αλογοουρά μαύρη και γυαλιστερή μέχρι τον ποπό, κατέβαινε με το κολατσιό στο χέρι, λες και πήγαινε να χτενίσει κάνα λιοντάρι στη σαβάνα, να το ταΐσει απ’ το ψωμί της ή να του χαϊδέψει τη μουσούδα σαν να ‘ναι γάτα. Εμείς ούτε σαύρα δεν τρομάζαμε δίχως να το κάνουμε θέμα. Οι γλουτοί της ήταν δυο σιδερένιες σφαίρες, περπατούσε και έμεναν ατάραχοι, λαχταρούσες να τους ζουλήξεις, να δεις αν αυτό που πιάνεις είναι όντως μπάλες από μέταλλο ή ανθρώπινος κώλος. Είχαμε αποκτήσει μέγα κόμπλεξ. Και σύμφωνοι, όταν γνωρίζεις την ανεπάρκειά σου, το παίρνεις μια απόφαση, κάπως συμβιβάζεσαι. Αλλά η Κικίτσα κάθε μέρα έδινε καινούργιο ρεσιτάλ. Κάθε μέρα είχαμε να αντιμετωπίσουμε και νέο κλονισμό. Αυτό που δεν είχαμε δει την προηγούμενη, το βλέπαμε την επομένη και ό, τι δεν είχαμε φανταστεί, συνέβαινε μπροστά μας με την ασύλληπτη σωματική καλλιέπεια και την ρώμη της να μας αφήνουν άφωνους να οικτίρουμε από μέσα μας τα μούτρα μας. Δεν ήταν και καμιά ψυχοπονιάρα. Δεκάρα δεν έδινε αν μας πτοούσε. Να πει ας πούμε, να μην προκαλώ, ομάδα είμαστε στην τελική, κρίμα κι αυτά τα καημένα, λαχανιάζουν με το παραμικρό, όλο πέφτουν και ματώνουν γόνατα, κοπανιούνται στις κολόνες, σκέτη φύρα. Όχι, εκεί. Την έτρεφε ο ανταγωνισμός. Να επιδεικνύει την καταπληκτική της φόρμα, να μαζεύει τρόπαια, να μας τα τρίβει στη μούρη. Πόση ψυχική δύναμη είχαμε να περνάμε κάθε απόγευμα το ίδιο δράμα. Σαν εθισμένοι μαζευόμασταν κάτω από το σπίτι της, γύρω από ‘κείνο το χιλιόχρονο πλατάνι και την περιμέναμε να εμφανιστεί με τα αθλητικά σορτσάκια και τις αμάνικες φανέλες να μας αποτελειώσει πάλι με το τίποτα. Όλα της φαίνονταν εύκολα. Ανέβαζε διαρκώς τον πήχη. Ζητούσε όλο και πιο ψηλά το λάστιχο, όλο και πιο μακριά την μπάλα, όλο και πιο γρήγορο το κυνηγητό. Όπως ο άριστος μαθητής κάθεται με τους κουμπούρες και για να διασκεδάσει την πλήξη του διαβάζει επιδεικτικά το παρακάτω ή λύνει τις επόμενες ασκήσεις στο πόδι του καθηγητή, έτσι κι εκείνη. Είχε γίνει η απουσιολόγος της αλάνας. Η σημαιοφόρος της γειτονιάς. Το καμάρι της τρεχάλας.

Μια φορά ξεμείναμε οι δυο μας σ’ ένα πεζούλι δίχως να καταλάβουμε πώς. Κάπου είχαν τραβηχτεί οι υπόλοιποι, σε κάνα επεισόδιο παιδικής βεντέτας στα πέριξ υποθέσαμε και τους περιμέναμε να επιστρέψουν για να συνεχίσουμε το παιχνίδι. Αυτό που συνέβη ήταν πρωτοφανές. Η αμηχανία ήταν ανυπόφορη. Δεν είχαμε να πούμε τίποτα. Όποιο θέμα άνοιγε, έκλεινε αμέσως με κρότο σαν πόρτα στο ρεύμα. Εγώ να προσπαθώ να την πλησιάσω, να επικοινωνήσω μαζί της, να συνδεθώ κι εκείνη ανέκφραστη σαν ξόανο. Άπαξ και η Κικίτσα δεν δούλευε τους μυς, γινόταν βουβή και άψυχη τελειότητα, όπως οι κούκλες στα μαγαζιά αθλητικών που στέκονται και τις χαζεύουν τα πιτσιρίκια. Είχε το παγωμένο βλέμμα του αγάλματος, που όσο όμορφο κι αν είναι, όσο συμμετρικό, θαυμάζεις τις αναλογίες και τον επιβλητικό κορμό, ζηλεύεις, εύχεσαι να τα ‘χες όλα, αλλά αισθάνεσαι μια αφόρητη μοναξιά για την αδιάνυτη απόσταση μεταξύ σας. Έπιασα να παίζω με τα ξυλαράκια που έβρισκα στο έδαφος και να χαράζω λέξεις στο χώμα, γιατί δε γινόταν αλλιώς, τι να ‘κανα?

Κάποια στιγμή ακούστηκαν φωνές και ποδοβολητά και όλη η παρέα επανήλθε με νέες δυνάμεις στο δρόμο. Είχα χάσει το κέφι μου. Τι κουσούρι κι αυτό, γαμώτο. Ξέχωρα απ’ το θεϊκό χάρισμα, τζίφος. Και τι έγινε θα πεις. Τι άλλο να ζητήσει η Κικίτσα και η κάθε Κικίτσα, δηλαδή? Κι εμάς γιατί να μην μας φτάνει και να θέλουμε και κάτι ακόμα? Αλλά να, είναι κάπως περίεργο. Δεν έχει ρέγουλα το πράγμα. Θέλεις να βρεις λίγη ποικιλία και δεν την βρίσκεις. Υπερβολική δόση από το ίδιο γλυκό. Μπουχτίζεις. Ψάχνεις κάποια στιγμή να αισθανθείς μια οικειότητα, μια ταύτιση, κάτι συγγενικό, μια μοίρα κοινή και δεν υπάρχει ούτε δείγμα. Αχ, σαν να λυτρώθηκα εκείνη την ημέρα. Πάνω που τα ‘βαζα με τον εαυτό μου και την αχρηστία μου τόσον καιρό, σκέφτηκα πως καλύτερα που δεν είμαι αυτή που θα με βαριόμουν. Τι δηλαδή? Να με θαυμάζουν δίχως να μ’ αγαπούν? Να λείπει. Να με θαυμάζουν και να μ’ αγαπούν μαζί. Αυτό μάλιστα. Ονειρικό. Για την ώρα, βέβαια, μ’ αγαπούσαν σκέτο. Εντάξει, δεν ήταν και λίγο.

2 thoughts on “κακές παρέες 4

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.