κακές παρέες 3

Είχα αποφασίσει να μην το συζητήσω. Αλλά το μικρό κορίτσι που στεκόταν όρθιο δίπλα μου μπροστά στο νιπτήρα του μπάνιου και με κοιτούσε που ζωγράφιζα τα μάτια μου, είπε:

– Μιλάω μόνη μου πολλές φορές. Γιατί έχω και τρεις φανταστικές φίλες.

Περίμενα με λαχτάρα να ακούσω.

– Με τη μία μάλωσα προχθές και της φώναξα « πάψε!»

– Γιατί μαλώσατε?

– Γιατί μ’ έστειλε η μαμά μου να πάρω ένα κιλό κουλουράκια απ’ το φούρνο κι εκείνη σ’ όλο το δρόμο επέμενε να της δώσω το μισό. Της έλεγα όχι, δε γίνεται, μα το βιολί της. Ώσπου κάποια στιγμή θύμωσα τόσο πολύ που της αντιμίλησα. Νομίζω πως με άκουσαν κάποιοι και με κοίταξαν παράξενα. Αλλά δεν ήξεραν πως δεν ήμουν μόνη.

Ένιωσα να απελευθερώνομαι.

  • Είχα κι εγώ μια φανταστική φίλη όταν ήμουν μικρή. Την Παγώνα.

Το παιδί ξαφνιάστηκε με το όνομα αλλά πιο πολύ απογοητεύτηκε που δεν είχε βαφτίσει τις δικές της φίλες.

  • Πρέπει να τους δώσω κι εγώ ένα όνομα. Πού έμενε η Παγώνα?
  • Έμενε ακριβώς απέναντι. Βγαίναμε στα μπαλκόνια και κουβεντιάζαμε. Ερχόταν και η αδερφή μου. Μας άκουγαν όλοι. Οι περαστικοί, οι γείτονες, τα χελιδόνια που έχτιζαν τις φωλιές τους πάνω απ’ τα κεφάλια μας, οι κεραμιδόγατοι.

Δεν δίναμε δεκάρα που οι άλλοι δεν την έβλεπαν κι έμοιαζε σαν να μιλάμε στο κενό. Εκείνη υπήρχε, ήταν εκεί, με τις φακίδες στο πρόσωπο, τα καστανά τσουλούφια της, τις ασπρουλιάρικες γάμπες της και την πίκρα στο βλέμμα όταν μάθαινε πως πήγαμε για παιχνίδι στο πάρκο και δεν την πήραμε μαζί, καλέσαμε τις συμμαθήτριές μας για πιτζάμα πάρτι αλλά δεν την σκεφτήκαμε, περνούσαμε ώρες στο λούνα παρκ και καθόμασταν μπροστά μπροστά κάθε φορά που μας επισκεπτότανε το τσίρκο, ενώ η Παγώνα έκανε γύρους στο μοναχικό της δωμάτιο κι αναρωτιόταν πού είχαμε χαθεί. Της φερόμασταν με κακία συνήθως, με μια ικανοποίηση να την πληγώνουμε, λες και ήταν ανήμπορη και καταδικασμένη να μένει πάντα σπίτι, με μόνη διέξοδο μια βόλτα στη βεράντα και μια συζήτηση εξ αποστάσεως με μας. Όταν γυρίζαμε από τις διακοπές παινευόμασταν για τα πολλά μας μπάνια, τους νέους φίλους που κάναμε το καλοκαίρι, τα παγωτά και τους λουκουμάδες, ενώ εκείνη περίμενε με αγωνία να επιστρέψουμε για να αποκτήσει ξανά την υπόσταση και την προσοχή που μόνο εμείς της δίναμε, τη σημασία που αποζητούσε, ένα νόημα στη ζωή. Κι άλλοτε γινόμασταν γλυκομίλητες και τρυφερές, κάτι φθινοπωρινές μέρες που η βροχή μας έκλεινε στο σπίτι, όταν τα μαθήματα ήταν πολλά και τα βιβλία ανοιχτά στο τραπέζι, καμιά απ’ τις πραγματικές μας φίλες διαθέσιμη και τότε στέλναμε φιλιά και υποσχέσεις αιώνιας αγάπης στην φανταστική μας φίλη, που ήταν ευάλωτη και διακριτική, υπομονετική μαζί μας και παρηγορητική σε κάθε μας πρόβλημα. Δεν ξέρω πότε την επινοήσαμε. Ούτε με ποια αφορμή, ούτε ποια ήταν η στιγμή που την εξαφανίσαμε και πάει από κει που ‘ρθε. Ίσως κάποια μέρα που την χρειαστήκαμε και δεν ήταν εκεί. Θυμώσαμε και την καταργήσαμε. Ίσως πάλι να την βαρεθήκαμε. Ίσως μεγαλώναμε κι αρχίσαμε να ντρεπόμαστε για ‘κείνη.

  • Η μαμά μου πάντως ξέρει για τις φανταστικές μου φίλες. Μια μέρα ήταν να βγει για ψώνια αλλά βρήκα μια δικαιολογία και δεν πήγα, γιατί ήθελα να μείνω σπίτι μαζί τους και να κάνουμε πράγματα ζαβολιάρικα.

Την άρπαξα στην αγκαλιά μου. Πήρε τα γυαλιά και το καπέλο μου απ’ την καρέκλα κι άρχισε να κάνει βόλτες γύρω απ’ το τραπεζάκι με ύφος μεγάλης αριστοκράτισσας. Θυμήθηκα τις φορές που ήθελα να μείνω μόνη σπίτι και να κάνω ζαβολιές. Τότε που ήμουν μικρή και ικανή. Ξύπνησε μέσα μου η ανάγκη να θαρρέψω. Να δώσω πνοή ξανά σε φανταστικές φίλες, να τους λέω να τους λέω, να αδιαφορώ για το αν θα με πάρουν για τρελή. Αυτό που θέλεις να μιλήσεις ανοιχτά γι’ αυτά που νομίζεις πως αν τα πεις θα σε παρεξηγήσουν. Και είναι πολλά. Πάρα πολλά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.